Η Ευρώπη προχωρεί, από κρίση σε κρίση

Σε πρώτη ανάγνωση, η κριτική για τις αποφάσεις του Eurogroup της περασμένης εβδομάδας φαντάζει υπερβολική. Οι περισσότεροι παρατηρητές θεώρησαν τις αποφάσεις κατώτερες των περιστάσεων και προειδοποιούν ότι η έλλειψη πολιτικής ενότητας είναι επικίνδυνη για το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα έχουμε ξανακούσει αυτά, κατά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.

Σίγουρα, είναι δικαιολογημένη η απογοήτευση για την ατολμία της Ευρωζώνης, ακόμη και ο θυμός για την έλλειψη εμπιστοσύνης και την επιμονή των στερεοτύπων για τους Νότιους στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά. Οπως έγραφε όμως το κύριο άρθρο της «Καθημερινής» την Κυριακή, η Ευρώπη μπορεί να είναι λίγη, αλλά είναι ό,τι έχουμε. Και οι αποφάσεις της περασμένης εβδομάδας ήταν ένα σημαντικό βήμα στήριξης προς τις δοκιμαζόμενες χώρες της Ευρωζώνης. Παρά τις διαφωνίες για τα ευρωομόλογα που μεταφέρονται στο μέλλον, εγκρίθηκε ένα σημαντικό ποσό (540 δισ. ευρώ) για τη στήριξη των εργαζομένων, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των συστημάτων υγείας κάθε χώρας.

H Ευρώπη εξελίσσεται μέσα από τις κρίσεις. Εχει ήδη διαμορφώσει πολλά νέα εργαλεία και θεσμούς – και είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο ότι αυτή τη φορά έλαβε μέσα σε δύο εβδομάδες μέτρα που στην περασμένη κρίση τής πήρε δύο χρόνια να αποφασίσει.

Επιπλέον, επέδειξε δημιουργικότητα στην αξιοποίηση νέων εργαλείων και στην τροποποίηση κανονισμών, με κυριότερη τις προβλέψεις για την άρση των περιορισμών στις κρατικές ενισχύσεις και των δεσμεύσεων του Συμφώνου Σταθερότητας.

Ακριβώς όμως λόγω της πρόσφατης εμπειρίας μας ως μαύρου προβάτου της προπροηγούμενης κρίσης, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να καταδικάζουμε τα στερεότυπα που, αν ήταν άστοχα στην περασμένη κρίση, είναι παντελώς βέβηλα σε αυτήν, με δεδομένο το ανθρώπινο κόστος που πληρώνει ο ευρωπαϊκός Νότος. Και βέβαια, έχουμε υποχρέωση να δίνουμε τη μάχη για άμεση στήριξη και αλληλεγγύη προς τις χώρες που βρήκε πιο αδύναμες η πανδημία.  

Διότι όλα αυτά θα ήταν πολύ λίγα αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είχε βγει στη μάχη πρώτη, για να εξισορροπήσει την αγορά χρέους. Με τη βοήθεια της ΕΚΤ, η Ιταλία μπορεί να δανειστεί από τις αγορές. Και όλα δείχνουν ότι θα το προτιμήσει από μια προσφυγή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), ο οποίος έχει στη χώρα τη δημοφιλία που είχε στην Ελλάδα το… ΔΝΤ. Πόσο μάλλον καθώς είναι ακόμη ασαφές αν και τι είδους προϋποθέσεις θα έχει μια τέτοια στήριξη. Μπορεί ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών να λέει ότι αυτή τη φορά δεν θα χρειαστούν «εργαλεία βασανισμού» όπως η τρόικα, αλλά και μόνον αυτός ο χαρακτηρισμός δείχνει το πρόβλημα της εικόνας του ESM. Με δεδομένο το υψηλό χρέος της Ιταλίας, ωστόσο, και χωρίς πρόοδο στο μέτωπο του ευρωομολόγου, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι δημιουργούμε τις συνθήκες για την επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση, όταν οι επιπτώσεις της πανδημίας στη βιωσιμότητα του χρέους κάθε χώρας γίνουν ξεκάθαρες. 

Επιπλέον, εν τη απουσία περισσότερης ευρωπαϊκής στήριξης, θα μεγαλώσει το χάσμα Βορρά και Νότου. Αν έχουν ένα δίκιο οι Ολλανδοί, είναι ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια κάθε χώρας είναι διαφορετικά. Με την κάθε χώρα να στηρίζει όπως και όσο μπορεί τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της, είναι σαφές ότι δεν έχουν όλες τις ίδιες δυνατότητες να αντιμετωπίσουν την κρίση.

Σίγουρα θα χρειαστούν περισσότερα κεφάλαια. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη δεσμεύσει δύο τρισ. δολάρια και η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ υπολογίζει ότι η Ευρωζώνη θα χρειαστεί τριπλάσια δημοσιονομική στήριξη, ύψους 1,5 τρισ. ευρώ, μόνο για το 2020.

Είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα δεν εξαιρείται πλέον από τα προγράμματα ποσοτικής στήριξης της ΕΚΤ. Το ζητούμενο και στη χώρα μας όμως είναι η διαχείριση της ύφεσης στην πραγματική οικονομία – η προστασία των αδυνάμων, η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ενίσχυση του συστήματος υγείας και ευρύτερα του κοινωνικού κράτους. Μετά τη δική της δεκαετή κρίση, η Ελλάδα είναι από τις χώρες που έχουν τους λιγότερους πόρους για κάτι τέτοιο – την ώρα που οι προβλέψεις για τις επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία είναι δραματικές. Το ΔΝΤ προβλέπει ύφεση 10% και εκτόξευση της ανεργίας στο 22,3% το 2020. 

Η μάχη που δίδεται σήμερα λοιπόν δεν αφορά μόνον την Ιταλία και την Ισπανία, αλλά αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Αν είναι πράγματι χαμένη η μάχη του ευρωομολόγου, όπως εκτιμά η Eurointelligence, προειδοποιώντας ότι η επανεθνικοποίηση της οικονομικής πολιτικής βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, θα πρέπει όλοι να προετοιμαζόμαστε για την επόμενη κρίση χρέους.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *