Η Ευρώπη μετά τον κορωνοϊό

Από την αρχή της κρίσης του κορωνοϊού, ένας από τους κύριους άξονες συζήτησης σχετικά με τις επιπτώσεις της σε ευρωπαϊκό επίπεδο επικεντρώθηκε σε ζητήματα διαμοιρασμού του οικονομικού ρίσκου (risk-sharing), όπως φάνηκε με τις διαβουλεύσεις γύρω από τα ευρωομόλογα-corona bonds. Με δεδομένο ότι η πανδημία έπληξε ορισμένα κράτη της Ε.Ε. όπως η Ιταλία με πολύ μεγαλύτερη σφοδρότητα απ’ ό,τι άλλα, ο φόβος ήταν ότι η κρίση θα μπορούσε να επιδεινώσει και να διευρύνει τις ήδη υπάρχουσες αποκλίσεις μεταξύ  Βορρά και Νότου, μία δεκαετία και πλέον μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009. Οι ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το σχέδιο ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ διέλυσε ώς ένα σημείο αυτούς τους φόβους. Ωστόσο, πέραν όλων των συζητήσεων περί αλληλεγγύης, υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα που παραμένει εκτός ατζέντας, αλλά  είναι σημαντικό να επισημανθεί.  Η έλευση του κορωνοϊού σήμανε και την επιστροφή του «μεγάλου κράτους» (big government) στο προσκήνιο, με την έννοια της ανάληψης εκ μέρους των κυβερνήσεων πολύ πιο ενεργού ρόλου στην οικονομία, κυρίως μέσω δράσεων στήριξης επιχειρήσεων, εργαζομένων, ανέργων, αλλά και κρίσιμων τομέων, όπως αυτός της υγείας. Σε πολλές χώρες η κρίση επανέφερε στη δημόσια συζήτηση σχέδια για παρεμβάσεις, όπως αυτή της εισαγωγής ενός ενιαίου βασικού εισοδήματος.

Μικρές και μεγάλες αλλαγές όπως αυτές αναδεικνύουν το ενδεχόμενο της εμφάνισης μιας νέας πολιτικής οικονομίας πανευρωπαϊκά. Αλλά υπογραμμίζουν και ένα βασικό ερώτημα: είναι η Ενωση στη σημερινή της μορφή συμβατή με ένα τέτοιο είδος αλλαγής;

Οπως δείχνει ένα καινούργιο μας research paper με συναδέλφους από το Chatham House, η σημερινή Ε.Ε. συνιστά το αποτέλεσμα εξέλιξης μιας περιόδου οικονομικής φιλελευθεροποίησης, η οποία ξεκίνησε στη δεκαετία του 1970. Αυτή σταδιακά οδήγησε στη διαμόρφωση κανόνων, κυρίως όσον αφορά τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού και το καθεστώς που διέπει τις κρατικές ενισχύσεις (state aid), που περιόρισαν τους τρόπους με τους οποίους τα κράτη-μέλη μπορούσαν να παρεμβαίνουν στην αγορά. Αυτή η δυναμική συνεχίστηκε και εντατικοποιήθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με τη δημιουργία του ευρώ. Οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρωζώνης, οι οποίοι διευρύνθηκαν σημαντικά από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ που δημιούργησε το ενιαίο νόμισμα και μετά, έθεσαν στενά όρια για το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα που οδήγησαν στις γνωστές πολιτικές λιτότητας κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ.

Εν μέσω των τρεχουσών αλλαγών, όμως, αυτό το στενό πλαίσιο μπορεί να σημάνει προβλήματα για την Ευρώπη. Στις προσπάθειές τους για επανεκκίνηση των οικονομιών τους, τα κράτη-μέλη που επιθυμούν να κάνουν τη μετάβαση προς μια πιο κρατικοκεντρική πολιτική οικονομία ενδέχεται να συγκρουστούν με την Ε.Ε. σε διάφορους κρίσιμους τομείς, όπως η δημοσιονομική ή η βιομηχανική πολιτική, καθώς και στο πλαίσιο παρεμβάσεων που αφορούν την αγορά εργασίας. Υπό το βάρος της κρίσης, χώρες όπως η Ιταλία θα συναντήσουν σημαντικές δυσκολίες στο να συμμορφωθούν με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Αλλα κράτη που θα θελήσουν να στηρίξουν εταιρείες οι οποίες χρειάστηκε να μειώσουν ή να παύσουν προσωρινά τις δραστηριότητές τους λόγω κορωνοϊού θα έρθουν αντιμέτωπα με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ε.Ε.

Θεωρητικά, είναι πιθανό η ευρωπαϊκή απάντηση στην καινούργια αυτή πραγματικότητα να είναι μία συμφωνία για ριζική μεταρρύθμιση της Ε.Ε., ειδικά εάν η λίστα των χωρών που είναι διατεθειμένες να συγκρουστούν με τις Βρυξέλλες περιλαμβάνει κάποια από τα κράτη-μέλη με τα μεγαλύτερα δηµοσιονοµικά περιθώρια, όπως η Γερμανία, ή αυτά που επλήγησαν λιγότερο από την κρίση. Σε αυτό το σενάριο, είναι πιθανό να φανταστεί κανείς μια εντελώς διαφορετική Ε.Ε. μετά τον κορωνοϊό, με μία σειρά νέων κανόνων που θα έδιναν στις κυβερνήσεις πολύ μεγαλύτερο περιθώριο να εφαρμόσουν επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, διευρυμένα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και ένα πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι κάτι τέτοιο φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένων των αποστάσεων που συνεχίζουν να χωρίζουν τα κράτη-μέλη σε πολλά από αυτά τα ζητήματα, αποστάσεις που ενδεχομένως να διευρυνθούν ως αποτέλεσμα της ασύμμετρης επίδρασης του κορωνοϊού ανά την ήπειρο. Ο κίνδυνος είναι ότι η Ενωση θα μπορούσε τώρα να παγιδευτεί σε ένα μη βέλτιστο status quo, χωρίς συναίνεση για το επόμενο βήμα, το οποίο θα της στερούσε ουσιαστικά τη δυνατότητα να κάνει αυτήν την ευρύτερη στροφή προς μια πιο κρατικοκεντρική πολιτική οικονομία με συντεταγμένο τρόπο.

Οπως πάντα, όλα εξαρτώνται από τη διάθεση των κρατών-μελών. Παρ’ όλα αυτά, η κρίση του κορωνοϊού παρέχει στην Ευρώπη μια μοναδική ευκαιρία να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και βιωσιμότητα πολλών πτυχών του οικονομικού της μοντέλου. Στη συζήτηση που έχει ήδη ξεκινήσει, καλό είναι να θυμόμαστε ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τόσο εάν η απάντηση βρίσκεται σε «περισσότερη» ή «λιγότερη» Ευρώπη, αλλά στο είδος της Ευρωπαϊκής «Ενωσης» που απαιτείται.

* O κ. Βασίλης Ντούσας είναι fellow του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος στο Chatham House. Το άρθρο είναι  σύνοψη εργασίας με τίτλο «Europe after coronavirus: The EU and a new political economy», το οποίο συνυπογράφει μαζί με τον Pepijn Bergsen, την Alice Billon-Galland, τον Hans Kundnani και τον Thomas Raines.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *