Η ευρωπαϊκή «μοναξιά»

Οι προβλέψεις για το πώς θα αλλάξει ο κορωνοϊός τον κόσμο μένει να αποδειχθούν, αλλά μία εξέλιξη ήδη προωθείται, και δεν έχει να κάνει άμεσα με την πανδημία. Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει 9.500 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την επίσπευση της πολυσυζητημένης ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας.

Πέρα από τις επιχειρησιακές επιπτώσεις που θα έχει για το ΝΑΤΟ η μείωση των στρατευμάτων στη Γερμανία, η ρητορική της απόφασής του μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη ζημιά, επιτείνοντας τα προβλήματα στις σχέσεις των ΗΠΑ με τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία.

Κι αυτό γιατί ο πρόεδρος Τραμπ εξήγησε την απόφασή του με το επιχείρημα ότι η χώρα είναι «εκπρόθεσμη» στις υποχρεώσεις της έναντι του ΝΑΤΟ, ενώ συνέδεσε την επιστροφή τους με την πληρωμή των οφειλών της. Αλλά με αυτόν τον τρόπο δεν πρόκειται να πείσει τη χώρα να αυξήσει τη συνεισφορά της στο ΝΑΤΟ στο 2% του ΑΕΠ. Σε αντίθεση με την ορολογία του προέδρου, δεν πρόκειται για «χρέος», ούτε για «καθυστέρηση πληρωμών» – και η Γερμανία έχει ήδη ανακοινώσει τη σταδιακή αύξηση των αμυντικών της δαπανών.

Αυτό που επιτυγχάνει με τη χρήση τέτοιων όρων όμως είναι μία ψυχολογική ρήξη, που με τη σειρά της θα μπορούσε να επιταχύνει την επεξάρτηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας από το ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με μία κοινή πρόταση Γαλλίας και Γερμανίας που αναμενόταν να συζητηθεί στο Συμβούλιο των υπουργών Αμυνας χθες και αποκάλυψε το Bloomberg, η Ε.Ε. θα εξετάσει μέχρι το τέλος του έτους την ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών αμυντικών δυνάμεων ώστε η Ε.Ε. να παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια στα μέλη της ενόψει της «επιστροφής του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων» και των απειλών για τη διεθνή τάξη. Η απόρρητη έκθεση αναμένεται να εξετάσει τα πεδία και τους τρόπους ενίσχυσης των αποστολών της Ε.Ε., με τον επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοσέπ Μπορέλ να τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα αποτελέσματα της ναυτικής αποστολής «Ειρήνη» στη Λιβύη ήταν απογοητευτικά λόγω έλλειψης συμμετοχής.

Την ίδια ώρα στις ΗΠΑ, πολιτικοί αλλά και διπλωμάτες διαφωνούν ανοιχτά με τη στρατηγική λογική της μείωσης των Αμερικανικών στρατευμάτων, προειδοποιώντας ότι θα υπονομεύσει τις δράσεις του ΝΑΤΟ όχι μόνο στη Γερμανία και την Ευρώπη αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Οπως τόνισε στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ Νίκολας Μπερνς, ο μεγάλος ωφελημένος θα είναι η Ρωσία. Οπως εξηγεί ο ίδιος, «οι βάσεις μας στη Γερμανία μας βοηθούν να συγκρατούμε τη Ρωσία και να προβάλλουμε ισχύ στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Υπερασπίζονται τα αμερικανικά συμφέροντα όπως και τους συμμάχους μας».

Κι ενώ οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ τόνιζαν ότι δεν έχει ανακοινωθεί χρονοδιάγραμμα ή σχεδιασμός για το πώς θα γίνει η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων, και ότι αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποχώρηση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και τη Γερμανία, η συμμετοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. τη Δευτέρα δεν άλλαξε τις εντυπώσεις.

Ο κ. Μπορέλ είπε μεν ότι «μπορεί να μη συμφωνούμε σε όλα, αλλά η δέσμευσή μας στη διατλαντική συνεργασία είναι ισχυρότερη από ποτέ». Ακόμη και αν αυτή είναι η πρόθεση, όμως, στην πράξη οι πολιτικές και τα μέσα επίδειξης αυτής της συνεργασίας φαίνονται υπό αίρεση, με την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία να προστίθεται στις αποφάσεις του Λευκού Οίκου που υποσκάπτουν μία σειρά από διατλαντικές συμφωνίες: Στην απόσυρση από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και για τα πυρηνικά του Ιράν έχουν συμπεριληφθεί τους τελευταίους μήνες η κατάργηση της συμφωνίας των Ανοιχτών Αιθέρων και η έξοδος των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Οσο για την συμμετοχή Πομπέο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σύμφωνα με την ανακοίνωσή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εστίασε στη συνεργασία για το άνοιγμα των οικονομιών μετά την πανδημία αλλά και σε μία «κοινή δέσμευση στην προστασία των δημοκρατικών μας αξιών έναντι ρωσικών και κινεζικών προσπαθειών να υπονομεύσουν τις δημοκρατικές κοινωνίες».

Ενόψει εκλογών στις ΗΠΑ, και με τον πρόεδρο Τραμπ να εντείνει τη ρητορική του εναντίον συμμάχων και μη, η Ευρώπη δεν μπορεί να αναμένει πρωτοβουλίες εξομάλυνσης των διαφορών με την Κίνα ή τολμηρές διπλωματικές προσπάθειες μείωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 2021, η Ευρώπη θα είναι μόνη σε αυτή την προσπάθεια.

* Η  κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *