Η Επιτροπή Ανταγωνισμού φωτίζει την αγορά λιανικής

Η κρίση ενίσχυσε τη διαπραγματευτική ισχύ των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ενώ οι προμηθευτές τους, κυρίως οι μικροί παραγωγοί ή εισαγωγείς, αντιμετωπίζουν εμπόδια εισόδου στην αγορά. Μια αθόρυβη έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού ταράζει τα νερά.

Ο χάρτης του λιανικού εμπορίου έχει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά τις μέρες της πανδημίας, γι’ αυτό και αποκτά αυξημένο ενδιαφέρον η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δόθηκε προς διαβούλευση πριν από λίγες ημέρες. Αφορά έρευνα στα σούπερ μάρκετ, καλύπτει την παραγωγή, διανομή και εμπορία βασικών καταναλωτικών ειδών, κυρίως τροφίμων, ειδών καθαριότητας και προσωπικής υγιεινής.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού φωτίζει σήμερα την αγορά λιανικής όταν έχει ιδιαίτερη σημασία τι κρύβεται πίσω από τα γεμάτα καροτσάκια των σούπερ μάρκετ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ποτέ έως τώρα η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν είχε εκδώσει τεκμηριωμένη έκθεση για τόσο κρίσιμο για τη διαβίωση των πολιτών τομέα.

Ωστόσο η έρευνα είχε ξεκινήσει το 2012, έμεινε στις γραφειοκρατικές καλένδες και μόλις τον Σεπτέμβριο 2019 αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού είχε πλέον αναλάβει ο κ. Ιωάννης Λιανός, καθηγητής Δικαίου Ανταγωνισμού και Δημοσίας Πολιτικής στο UCL του Λονδίνου.

Η έκθεση επιβεβαιώνει κάτι που υποψιαζόμασταν. Κατά τη «σκοτεινή» περίοδο 2014-2018 ενισχύθηκαν οι ισχυροί, παρότι κυριαρχούσε η ρητορική υπέρ των… φτωχών. Οι πωλήσεις των δέκα μεγαλύτερων σούπερ μάρκετ στο τέλος της περιόδου υπολογίζονται σε 74% των συνολικών πωλήσεων της αγοράς ενώ το 2014 ήταν 65%. Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ είναι κατά κανόνα ισχυρότερες από τους περισσότερους προμηθευτές τους και συνεπώς έχουν ισχυρότερη διαπραγματευτική δύναμη. Δεν έγιναν μόνον ισχυρότεροι από τους προμηθευτές τους, είναι ισχυρότεροι και από τους πελάτες, τους καταναλωτές.

Γι’ αυτό, τα τρόφιμα στην ελληνική αγορά, παρά την κρίση, παρά την υψηλή ανεργία, την περιορισμένη αύξηση του ΑΕΠ, είναι ακριβά. Ο δείκτης του επιπέδου τιμών είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, στην κατηγορία ψωμί και δημητριακά, ψάρια, γάλα, τυρί και αυγά, έλαια και λίπη κ.ά. Σε έρευνα της ΕΚΤ που έγινε σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες με τιμές χωρίς ΦΠΑ, η Ελλάδα ήταν η πιο ακριβή χώρα της Ευρώπης σε παιδικές τροφές, λάδι και λιπαρά, ζάχαρη και μαρμελάδες και κονσερβοποιημένα προϊόντα.

Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι τιμές σε πολλές κατηγορίες προϊόντων είναι από τις ακριβότερες στην Ευρώπη, παρότι το εισόδημα των καταναλωτών συρρικνώνεται και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους πάει για τρόφιμα. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στην Ελλάδα το 2008 ήταν 2.120 ευρώ και μειώθηκε σε 1.441 ευρώ το 2018. Οι δαπάνες για τρόφιμα απορροφούσαν το 16% του μηναίου εισοδήματος το 2008, ενώ το 2018 πληρώνουν σε τρόφιμα το 20,4% του μικρότερου εισοδήματός τους.

Η έκθεση δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τις βιομηχανίες με διαπραγματευτική δύναμη, με προϊόντα «must have», δηλαδή προϊόντα που αν δεν υπάρχουν στο ράφι, μειώνεται η κερδοφορία των σούπερ μάρκετ.

Εμβαθύνει σε επιλεγμένες κατηγορίες προϊόντων και μαθαίνουμε ότι στην κατηγορία ψωμί για τοστ, για παράδειγμα, τρεις προμηθευτές και δύο σούπερ μάρκετ συγκεντρώνουν το 97% της διαπραγματευτικής ισχύος. Στα δημητριακά για πρωινό, δύο προμηθευτές και ένα σούπερ μάρκετ συγκεντρώνουν τη διαπραγματευτική ισχύ. Περιγράφεται μια αγορά ολιγοπωλίων.

Η έκθεση των 535 σελίδων περιλαμβάνει ιδέες για την εξυγίανση της αγοράς, όπως ο  γαλλικός νόμος (Egalim) και η οδηγία 2019/633 που αφορούν τον περιορισμό της ικανότητας των σούπερ μάρκετ να χρησιμοποιούν την ισχύ τους έναντι των παραγωγών.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *