Η αντιπολίτευση της μάσκας

Καθώς το καλοκαίρι προχωρά, η πανδημία συνεχίζει την πορεία της σαρώνοντας την ανθρωπότητα –αλλού πιο γρήγορα, αλλού πιο αργά– και καθώς κατά τα άλλα έχουμε μπει σε μια ημι-κανονικότητα παραδοσιακού πολιτικού διχασμού και καθημερινού ξεκατινιάσματος, προτείνω να κάνουμε για λίγο, όσο χρειάζεται για να διαβαστεί αυτή εδώ η στήλη, ένα μικρό διάλειμμα από τα σκάνδαλα και τη δυσωδία της πολιτικής μας πραγματικότητας και να σκεφτούμε κάτι σημαντικό που γλιτώσαμε όλοι εδώ μαζί: τη μετατροπή των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας σε πολωτικό πολιτικό θέμα.

Αυτό συμβαίνει ήδη σε άλλες χώρες. Οχι τα οικονομικά ή τα εργασιακά μέτρα, που φυσικά χωράνε αντιπολίτευση και διαφωνίες, αλλά τα υγειονομικά. Το εύρος και το είδος του lockdown. Το αν πρέπει να κλείσουν τα κομμωτήρια ή όχι. Το αν οι άνθρωποι πρέπει να φορούν υποχρεωτικά μάσκες. Υπάρχουν χώρες ή περιοχές στις οποίες πολιτικές δυνάμεις διαφωνούν με τις εισηγήσεις των επιστημόνων και υποστηρίζουν πολιτικά τη λήξη των lockdown, τη χαλάρωση των μέτρων και τη μη-συμμόρφωση στις οδηγίες των ειδικών.

Πρόκειται κυρίως για χώρες στις οποίες ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας ήταν ήδη στο επίκεντρο του πολιτικού σκηνικού. Οι λαϊκιστές ηγέτες του Μεξικού, της Βραζιλίας και των ΗΠΑ, με τις παλαβές δηλώσεις, την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, την σθεναρή υποβάθμιση της κατάστασης στις κρίσιμες πρώτες εβδομάδες της κρίσης, την άρνηση να λάβουν αποφασιστικά μέτρα στη συνέχεια και την απαξίωση των μέτρων (όλοι τους αρνούνται να φορέσουν μάσκα δημοσίως) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του φαινομένου. Οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο ότι μόνο αυτές οι τρεις χώρες, που φιλοξενούν το 9% του παγκόσμιου πληθυσμού, συγκεντρώνουν το 42% των επιβεβαιωμένων θανάτων από COVID-19 μέχρι σήμερα.

Φανταστείτε να είχαμε το ίδιο φαινόμενο εδώ. Μια λαϊκιστική κυβέρνηση ή μια λαϊκιστική αντιπολίτευση που να παίρνει το μέρος των (για να το πω κομψά) «ψεκασμένων» συνανθρώπων μας, να κατεβάζει κόσμο σε διαδηλώσεις κατά του lockdown, να προτρέπει πολίτες να μη φορούν μάσκα. Δεν το είχαμε. Εδώ, αν θυμάστε, η λαϊκιστική μας αντιπολίτευση ζητούσε περισσότερα, όχι λιγότερα μέτρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που (αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ) απορρόφησε ολοκληρωτικά το ακροδεξιό κόμμα «Ανεξάρτητοι Ελληνες» μετά το τέλος της συγκυβέρνησης μαζί του, δεν απαιτούσε να ανοίξουν τα σχολεία και τα κομμωτήρια. Ισα ίσα, ζητούσε να μην ανοίξουν καθόλου τα σχολεία. Οι μόνες αντιδράσεις για τα περί lockdown μέτρα από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν μια σχετικά ήπια γκρίνια για το ότι τα πράγματα ανοίγουν υπερβολικά γρήγορα, όχι το αντίθετο.

Βεβαίως, και στη δική μας χώρα υπάρχουν άνθρωποι που δεν φορούν τις μάσκες, δεν ακολούθησαν τα μέτρα και δεν πιστεύουν ότι υπάρχει δημόσιος κίνδυνος. Αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που προσπάθησαν να κάνουν αυτές τις απόψεις μέρος της πολιτικής τους δεν ήταν παρά εξωκοινοβουλευτικά γκρουπούσκουλα και γραφικές φυσιογνωμίες των άκρων. Κανένας πολιτικός σχηματισμός στον πυρήνα του πολιτικού μας συστήματος δεν ακολούθησε το παράδειγμα των Μπολσονάρο, των AMLO και των Τραμπ του κόσμου.

Αυτό ήταν ένα μεγάλο δώρο για την τρέχουσα κυβέρνηση, που κλήθηκε να λάβει δύσκολες αποφάσεις πάρα πολύ γρήγορα, αλλά βεβαίως (και κυρίως) για την υγεία και την αντοχή των θεσμών μας, για την κοινωνική ηρεμία και για το πολιτικό μας σύστημα εν γένει. Τελικά, από ό,τι αποδείχθηκε (αν και θα ήταν αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων) ήταν και ευεργετικό για τη χώρα γενικότερα, καθότι η επιλογή της κυβέρνησης φάνηκε ότι ήταν η σωστή ή, τουλάχιστον, ότι είχε την καθολική αποδοχή από τον λαό.

Αυτή τη στάση, πάντως, δεν πρόκειται να την κεφαλαιοποιήσει κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Κανένας δεν θα τους δώσει εύσημα. Η πολιτική, όπως διεξάγεται στις περισσότερες χώρες του κόσμου, δεν χωράει λεπτές αποχρώσεις και δεύτερα ή τρίτα επίπεδα. Σχεδόν κανένας δεν επιβραβεύεται ποτέ γι’ αυτά που δεν έκανε.

Από την άλλη, κάποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι αυτό δεν είναι εντελώς άδικο. Γιατί ο πραγματικός φταίχτης –ο πραγματικός ευεργέτης– για τη στάση του ελληνικού πολιτικού συστήματος σε αυτούς, τους πρώτους μήνες της πανδημίας δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΑΛ ή το ΚΚΕ, αλλά κάποιος άλλος: εμείς. Αν οι έρευνες και οι αναλύσεις της κοινής γνώμης ήταν διαφορετικές, αν το «ψεκασμένο κύμα» στη χώρα μας ήταν ισχυρότερο, μεγαλύτερο ή πιο φωνακλάδικο, η στάση της αντιπολίτευσης μπορεί να ήταν άλλη.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *