Η άνοια της Αθήνας και το 2021

Σαν κάτι γερασμένα μυαλά που θυμούνται τι έκαναν στον πόλεμο, δεν μπορούν όμως να θυμηθούν τι έφαγαν το μεσημέρι. Κοινώς δεν μπορούν να καταγράψουν νέες εμπειρίες. Το σκεφτόμουν προχθές με αφορμή τα έργα στην Αθήνα. Η νεότερη πρωτεύουσα της Ευρώπης –ήταν η τελευταία πόλη που έγινε πρωτεύουσα εθνικού κράτους– είναι συγχρόνως και η πιο γερασμένη.

Σέβεται και τιμά το απώτατο παρελθόν της, τις αρχαιότητες, και καλά κάνει. Ομως κάθε προσπάθεια για νέες εμπειρίες τής είναι τόσο απωθητική ώστε να τη σβήνει αμέσως. Υπάρχει καμιά μνήμη στη σημερινή πόλη από το «Μεγάλο Εκείνο Καλοκαίρι» που υποτίθεται θα άλλαζε την Αθήνα; Πόσες φορές έχουμε πει πως κάτι θα γίνει και η πόλη θα αλλάξει; Πότε θα γίνει Κοπεγχάγη, πότε τα Εξάρχεια θα γίνουν Quartier Latin.

Ακόμη και εκείνη η ταλαίπωρη η Documenta έκανε διάφορους να χουρχουρίζουν σαν ευτυχισμένοι γάτοι πως η Αθήνα, με τόση σύγχρονη τέχνη, δεν είναι πια Αθήνα. Είναι Βερολίνο. Βέβαια, μιας που πιάσαμε τις πρωτεύουσες, ας θυμηθούμε πως τα Εξάρχεια θύμιζαν περισσότερο Καράκας παρά Παρίσι, όμως η Αθήνα έμενε πάντα ίδια. Απεριποίητη, εγκαταλελειμμένη να μην αντέχει νέες εμπειρίες. Να τις δοκιμάζει, όμως να της φαίνονται άγευστες, κακομαγειρεμένες.

Γιατί άραγε με ενοχλεί «Ο Μεγάλος Περίπατος»; Φοβάμαι το κυκλοφοριακό; Ουδόλως ενδιαφέρομαι. Στο κέντρο κυκλοφορώ πεζός ή παίρνω το τρένο. Με ενοχλούν οι πεζόδρομοι; Οταν δεν είναι πάρκινγκ μου αρέσουν. Προτιμώ βέβαια τα φαρδιά και φροντισμέναπεζοδρόμια, κι αν κάτι λείπει από την καθημερινότητά μου είναι αυτό. Μήπως με ενοχλούν οι ποδηλάτες; Με ενοχλούν όταν περιφρονούν τους πεζούς, όταν συμπεριφέρονται με την αναισχυντία του δικυκλιστή.

Οταν δεν είναι απλοί ποδηλάτες. Με ενοχλούν τα χρώματα και οι ζαρντινιέρες; Ανυπερθέτως που λένε. Θεωρώ πως ξοδεύτηκαν πολλά ευρώ; Δεν έχω άποψη και ούτως ή άλλωςδεν είναι εκεί το θέμα. Θεωρώ πως όλο αυτό το έργο δεν μπορεί να τοαφομοιώσει η Αθήνα. Οι ζαρντινιέρες, τα πλαστικοποιημένα χρώματα, και οι φοίνικες είναι ζήτημα αισθητικής. Και επειδή η αισθητικήείναι η κομψότητα της ψυχής τότε είναι και ηθικό ζήτημα. Η Αθήνα έχει τη δική της ασχήμια.

Δεν χρειάζεται καινούργια. Εχει και τη δική της ομορφιά. Κι αυτή η ομορφιά είναι εκείνο που φάγαμε το μεσημέρι και δεν μπορούμε να το θυμηθούμε. Ενας περίπατος σε ολόκληρες περιοχέςόπως η Πατησίων –σαν αυτούς που κάνει ο φίλος Ν. Βατόπουλος– σου τη δείχνει κρυμμένη, σαν να ντρέπεται που ζει ακόμη και μας βαραίνει. Παίρνει βέβαια την εκδίκησή της διότι ξέρει πως επειδή την ξεχάσαμε είμαστε καταδικασμένοι να μην αντέχουμε το καινούργιο. Να το επιθυμούμε, να το κυνηγάμε, αλλά μόλις το δούμε μπροστά μας να μας φαίνεται παράταιρο.

Μοιάζει με κατακτητή επειδή δεν συνομιλεί με τίποτε απ’ αυτό που προϋπήρχε. Προσπαθεί να επιβληθεί διαγράφοντας το περιβάλλον του. Είναι η εντύπωσή μου για το κτίριο του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Η Αθήνα ζει ανάμεσα στις αρχαιότητες και στη σύγχρονη αμνησία. Της λείπει ο ενδιάμεσος. Παλιότερα λέγαμε πως αυτό οφείλεται στην «ιστορική κάθαρση» των οθωμανικών μνημείων. Πού να ξέραμε ότι σήμερα η απώθηση σαρώνει όλη τησύγχρονη ελληνική ιστορία, από τη Βαυαροκρατία ώς τη δεκαετία του ’50. Υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή πόλη η οποία να αντιμετωπίζει με τόση περιφρόνηση την πρόσφατη εμπειρία της;

Κοινωνικό φαινόμενο όσοι εγκατέλειψαν τα υπέροχα διαμερίσματα του κέντρου για να εγκατασταθούν σε νεόκτιστες μεζονέτες. Διόλου περίεργο ότι τα παιδιά τους έκαψαν την Αθήνα το 2008. Εχουμε κηρύξει τόσα κτίσματα «διατηρητέα» για να πάψουν να μας απασχολούν. Εχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη ότι δεν τα πειράζουμε άρα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε αφού είμαστε άσπιλοι και αθώοι.

Ο «Μεγάλος Περίπατος» περνάει μπροστά από την Αθηναϊκή Τριλογία. Εμβλημα του 19ου αι. Οι αδελφοί Χάνσεν βρήκαν τον τρόπο για να γεφυρώσουν το ρήγμα ανάμεσαστη σύγχρονη πόλη και τις αρχαιότητες στις οποίες όφειλε την ύπαρξή της. Δεν σας αρέσει ο νεοκλασικισμός; Ομως υπήρξε, είναι γεγονός που συμμετέχει στο παρόν. Το βλέπει ο «Μεγάλος Περίπατος»; Οχι βέβαια. Απλώς δεν το ενοχλεί και του γυρνάει την πλάτη. Διότι γυρνάς την πλάτη όταν φιλτράρεις τη θέατης με αυτές τις ζαρντινιέρες. Και τοΑρχαιολογικό Μουσείο πότε θα σταματήσουμε να το υποτιμούμε, και το Πολυτεχνείο να το αγνοούμε; Αυτά είναι η βιωμένη μνήμη της πόλης.

Αυτά οργάνωσαν την ευαισθησία μας. Την ασχήμια της Αθήνας τηχρωστάμε στην περιφρόνηση που τους δείχνουμε πιστεύοντας –ή έχοντας την ψευδαίσθηση– πως επειδή είμαστε πλουσιότεροι είμαστε και καλύτεροι. Πόσα από τα εστιατόρια ή τα καφενεία όπου σύχναζαν οι πατεράδες μας υπάρχουν ακόμη;

Το κέντρο της Αθήνας δεν είναι θέμα δημάρχων, ούτε υπουργών. Είναι θέμα κεντρικής κυβερνητικής πολιτικής. Αν δεν κάνω λάθος ο Κων. Καραμανλής είχε αποφασίσει πως όσοι ασχολούνται με την Ακρόπολη, τη Βεργίνα και το Αγιον Ορος θα αναφέρονται απευθείας σ’ αυτόν. Η ανόρθωση του κέντρου της πρωτεύουσας είναι έργο τέτοιας εμβέλειας και τέτοιας σημασίας για τηνμκοινωνία μας. Μόνον έτσι θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε πραγματικά το 2021.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *