Κατά την οικονομική κρίση του 2009 συζητήθηκε επί μακρόν η ανάγκη για ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ. Τελικά, δεν παρασχέθηκε μαζική οικονομική βοήθεια από τις πλούσιες στις ενδεέστερες χώρες. Ακολούθησαν οι γνωστές επώδυνες πολιτικές λιτότητας, οι οποίες επέφεραν επικίνδυνους πολιτικούς κλονισμούς. Σε αντίθεση με την προγενέστερη τακτική, το 2020 η Ευρώπη απεφάσισε να συστήσει Ταμείο Ανάκαμψης, ένα οιονεί Σχέδιο Μάρσαλ.

Το 1947 το Σχέδιο Μάρσαλ αποσκοπούσε να ανακόψει την κομμουνιστική διείσδυση στην Ευρώπη. Σήμερα, το Ταμείο Ανάκαμψης επιδιώκει να αποτρέψει μια επικείμενη θύελλα από «Κίτρινα Γιλέκα» στις μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το ευρωπαϊκό σχέδιο σε οριστική κατάρρευση. Επειτα από εβδομήντα χρόνια, η οικονομία επανήλθε στην υπηρεσία της πολιτικής.

Τα αναμενόμενα 70 και πλέον δισεκατομμύρια ευρώ θα τονώσουν την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων οι οποίοι, αγοράζοντας εισαγόμενα προϊόντα, θα συμβάλουν στην οικονομική σταθεροποίηση των ισχυρότερων οικονομιών. Κινδυνεύουμε, επομένως, να επανέλθουμε στις παλαιές καταναλωτικές συνήθειες – και μάλιστα όταν μόλις έχουμε αποτοξινωθεί από την «αστακομακαρονάδα». Η κυβέρνηση καλείται να αποτρέψει μια τέτοια υποτροπή. Δεν θα είναι εύκολο. Οι προσοδοθηρικές συμπεριφορές οι οποίες, την περίοδο 1981-2009, επεκράτησαν με ιδιαίτερη ένταση έχουν βαθιές και ανθεκτικές ρίζες. (Βλ. Γ.-Σ. Πρεβελάκη, «Τα ξύλινα τείχη, Γεωπολιτική των ελληνικών δικτύων», Economia, 2020, σ. 100-103).

Ασπίδα απέναντι στα πάσης φύσεως «τρωκτικά» είναι, τύποις, η δημόσια διοίκηση. Ομως, όλες οι μελέτες για την ελληνική οικονομία, ανάμεσα στις οποίες και η πρόσφατη του ΟΟΣΑ, επισημαίνουν ως κύριο πρόβλημά της την κατάσταση στη δημόσια διοίκηση. Κατά παράδοξο τρόπο, η αντίφαση στην οποία μας θέτει το Ταμείο Ανάκαμψης δείχνει και τη διέξοδο. Η ριζική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί την αναγκαία, αν όχι και ικανή, προϋπόθεση-συνθήκη, ώστε τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης να μην επαναφέρουν το σύνηθες διαβρωτικό δηλητήριο, αλλά να λειτουργήσουν ως παραγωγικό αντίδοτο.

Οι νέοι οικονομικοί πόροι προσφέρουν τη δυνατότητα για μια τέτοια μεταρρύθμιση. Αντίθετα με ό,τι νομίζεται, οι αλλαγές στη δημόσια διοίκηση δεν είναι ανέξοδες. Οι νομοθετικές και οργανωτικές ρυθμίσεις είναι, βέβαια, πολύ λιγότερο δαπανηρές από όσο, επί παραδείγματι, η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Το soft μοιάζει λιγότερο ακριβό από το hard. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ούτε ο καθορισμός των αναγκαίων αλλαγών ούτε η διοικητική τεχνογνωσία είναι η εφαρμογή.

Γιατί δεν εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες συγκλίνουν όλες οι μελέτες; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έρχεται από τη συσσωρευμένη εμπειρία. Κάθε επικείμενη αλλαγή συσπειρώνει αμυντικά τα θιγόμενα ετερογενή μικρά και μεγάλα συμφέροντα. Καθώς οι ανασταλτικές αυτές δυνάμεις διεισδύουν βαθιά μέσα στη δημόσια διοίκηση και διακλαδώνονται στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, συγκροτείται ένα πολυσύνθετο δίκτυο από ανοικτές αντιστάσεις και υπόγειες υπονομεύσεις, το οποίο ακυρώνει ab initio κάθε προσπάθεια. Τις τελευταίες δεκαετίες, επάλληλοι καλοπροαίρετοι μεταρρυθμιστές κατέστησαν θύματα του συνονθυλεύματος της ελληνικής γραφειοκρατίας.

Για να παρακαμφθεί η αντιδραστική συλλογική αυτή δύναμη, απαιτούνται κονδύλια. Σε πολλούς τομείς πρέπει να δημιουργηθούν νέες μονάδες, οι οποίες, για ένα διάστημα, θα συνυπάρχουν με τις υφιστάμενες. Η λειτουργία ενός παράλληλου κράτους, ώς τη σταδιακή εξαφάνιση των παλαιών δομών, κοστίζει ακριβά.
Η συντεχνιακή αντίσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνον με παροχές. Τα διάφορα αθέμιτα συμφέροντα, συγκροτημένα και διαμορφωμένα επί δεκαετίες, συνιστούν μιαν οιονεί δουλεία του κράτους, το οποίο τα ανέχθηκε και κατά καιρούς τα ενθάρρυνε. Πρέπει, λοιπόν, να αποζημιωθούν για το διαφεύγον κέρδος. Ο δημόσιος υπάλληλος ο οποίος, επί δεκαετίες, έχει οικοδομήσει υπομονετικά μια πολλαπλώς εξαργυρώσιμη εξουσία, δεν θα εγκαταλείψει την υπονομευτική του πρακτική έναντι των απειλητικών μεταρρυθμίσεων, παρά μόνον αν του παρασχεθεί κάποια σημαντική αντικαταβολή – επί παραδείγματι, μια γενναιόδωρη πρόωρη συνταξιοδότηση. Χρειάζεται, δηλαδή, η ίδια ανορθόδοξη, αλλά ρεαλιστική πρακτική η οποία, όταν διαπιστώθηκε ότι η κατεδάφιση ήταν ανέφικτη, οδήγησε στη μαζική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων.

Οπως έχουν αναδείξει οι πρόσφατες συζητήσεις στον ΟΟΣΑ, το διακύβευμα των σημερινών δημοκρατικών κοινωνιών δεν είναι απλώς να εντοπίζουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και να περιγράφουν τις «βέλτιστες πρακτικές»· είναι και να εκπονούν αποτελεσματική στρατηγική για την εφαρμογή τους. Δεν μπορεί σήμερα η κρατική εξουσία να επιβάλλει τη θέλησή της· ούτε με καθεστωτική αυταρχικότητα ούτε διά του κύρους και της αξιοπιστίας των λειτουργών της. Απαιτούνται ρεαλισμός, ευελιξία και πόροι.

Αν, από τα κονδύλια του Ταμείου Ανασυγκρότησης, διατεθεί μόνον ένα μικρό μέρος στη διοικητική μεταρρύθμιση, η μεταρρύθμιση θα είναι ελλιπής. Ετι χείρον, μια κατανομή κατά τα ειωθότα, ενδέχεται, έστω ακουσίως, να ενισχύσει τα δίκτυα διαπλοκής, διαφθοράς και υπονόμευσης της δημοκρατίας. Μια γενναιόδωρη χρηματοδότηση της διοικητικής μεταρρύθμισης ίσως είναι μονόδρομος σε αυτήν την πολλαπλώς κρίσιμη ώρα.

* Ο καθηγητής Γιώργος Πρεβελάκης είναι μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *