Γερασμένη αλλά ζωντανή, κυβερνάει ακόμη την Αθήνα

Η πολυκατοικία, όχι τόσο η νεοφύτευτη, υπερύψηλη, καμπυλοειδής, όσο η γερασμένη, με τα άδεια διαμερίσματα, τα εγκαταλελειμμένα ισόγεια μαγαζιά, την προβληματική θέρμανση και τις διαρκείς μάχες για τη συλλογή κοινοχρήστων, είναι που χαρακτηρίζει την ελληνική πρωτεύουσα, την κυβερνάει σαν οντότητα δυναστική.

Την άσχημη Αθήνα, την κατεστραμμένη από την αντιπαροχή, με τις μονότονες, άχαρες κατασκευές, να ξεχύνονται μιλιούνια κατά τη θάλασσα και τους απαλούς λόφους. Αμέτρητες οι καταδίκες του αθηναϊκού μοντέλου οικιστικής ανάπτυξης, ελάχιστες οι θετικές θεωρήσεις της βουερής πλατιάς τσιμεντένιας πολιτείας, όπως εκείνη σε πρόσφατο άρθρο στο Bloomberg που μιλάει αντίθετα για οικοδομική μοναδικότητα. Θυμίζει την αντοχή της ελληνικής πολυκατοικίας στον χρόνο, εξαίρει τη συμβολή της στη συγκρότηση του φιλικού, ζωντανού προσώπου της πόλης με τη φιλοξενία διαφορετικών χρήσεων και την κάθετη συνύπαρξη σε ένα κτίριο διαφορετικών τάξεων (στα ρετιρέ τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, στους χαμηλότερους ορόφους τα ταπεινότερα), όταν σε άλλες μητροπόλεις απλώνονται ταξικά διαχωρισμένες γειτονιές. Αναδεικνύει, όχι την ελληνική κατάρα αλλά την ελληνική κτιριακή ιδιομορφία, την εντυπωσιακή ιδιαιτερότητα της πανελλήνιας και πολυεθνικής σύναξης ανάμεσα σε κατακόρυφους τσιμεντένιους πυλώνες. Τη σπανιότητα μιας χρωματιστής ζωής –οικογένειες να τρώνε σε μπαλκόνια πάνω από κατάμεστα καφενεία και εστιατόρια.

Στη χώρα μας υπάρχουν καταγεγραμμένες 6.384.353 κατοικίες, πρώτες και δευτερεύουσες, εξοχικές και ιδιοκατοικούμενες, προς πώληση και ενοικιαζόμενες (κενές σε ποσοστό 35,3%). Το 44,7% βρίσκεται σε πολυκατοικίες – το 68% κατασκευασμένες έως το 1980.

Η πρώτη πολυκατοικία στην Αθήνα, επταώροφη, εμφανίστηκε το 1917, Φιλελλήνων και Οθωνος, στην πλατεία Συντάγματος. Ακολούθησαν κι άλλες, όμως ώθηση στην εξάπλωση των πολυώροφων οικοδομών έδωσε η θέσπιση, το 1929, της οριζόντιας ιδιοκτησίας: ένα κτίριο μπορούσε πλέον να ανήκει σε περισσότερους από έναν ιδιοκτήτες.

Η μεταπολεμική συνέχεια είναι γνωστή. Ραγδαία οικοδόμηση χωρίς μελέτη και έλεγχο της ποιότητας και του αστικού τοπίου, με φορολογικό και στεγαστικό μονόδρομο την αντιπαροχή, περαιτέρω κατάτμηση της γης, ακόμη πιο μεγάλα ύψη, ακόμη πιο βολικοί συντελεστές δόμησης, με αντιστάθμισμα τη θετική επίπτωση στην οικονομία, στην κοινωνική ενσωμάτωση και συνοχή. Μια άλλη Αθήνα αναδύθηκε με ευρύτατη κοινωνική συναίνεση.

Το 1950 στην Αθήνα υπήρχαν 1.000 πολυκατοικίες. Μεταξύ 1950 και 1980 κατασκευάστηκαν άλλες 35.000 αλλάζοντας όχι μόνο την όψη αλλά και την κοινωνική γεωγραφία της πόλης (Θ. Μαλούτας, Σ. Σπυρέλλης). Επειτα, με τον συνωστισμό κτιρίων και τροχοφόρων υποβαθμίστηκε η αθηναϊκή αστική γειτονιά, και, μετά το ’80, ξεκίνησε η μετακίνηση των μεσαίων και υψηλών στρωμάτων προς τα προάστια. Η αλλαγή χρήσης του υπογείου και ισογείου (αποθήκες, πιλοτή κ.ά.) και οι μικρές πλέον ποιοτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ορόφων εξασθένησαν στα νέα κτίρια τον κάθετο κοινωνικό διαχωρισμό, όμως οι τυπικές πολυκατοικίες της αντιπαροχής εξακολουθούν να στεγάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό όσων ζουν σε πολυκατοικίες (75% στον Δήμο Αθηναίων).

Τα κενά της εγκατάλειψης κάλυψαν οι πληθυσμοί των μεταναστών και άλλαξαν φυσιογνωμία οι γειτονιές. Η κρίση έφερε τις δικές της αλλαγές. Ομως, ορισμένα από τα βασικά στην κοινωνικά ανάμεικτη ζωή των πολυκατοικιών έμειναν ίδια. «Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δεν σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολόνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ», έγραφε η Μαρία Ιορδανίδου στην «Αυλή μας». «Τα μούτρα των συγκατοίκων μου ας μην τα ξέρω. Ξέρω όμως τη φωνή τους, το βήχα τους. Ξέρω της διπλανής μου τον αναστεναγμό και το βογκητό (…) το κρεβάτι της είναι δίπλα στο δικό μου και μας χωρίζει ένας τοίχος…».

Η ζωή δεν είναι εύκολη μέσα στον μικρόκοσμο της κοινωνικής και φυλετικής ποικιλότητας, ούτε η συνύπαρξη φέρνει την αρμονία, αλλά συχνά το αντίστροφο. Ξενοφοβία, προσβολές, χλεύη, διαχωρισμοί. Ολα ενοχλούν, οι ομιλίες, οι αμανέδες, οι μυρωδιές… Κοινωνικά χαρακώματα κρυμμένα κάτω από την εντυπωσιακή στα μάτια του περιηγητή συμβίωση καθ’ ύψος.

Πίσω από το μπετόν, που δεν επιτρέπει παρεισδύσεις, αμασκάρευτη όλη η τρέχουσα ζωή. Η παλιά πολυκατοικία επιζεί, πάλλεται σαν μεγάλη υποχθόνια καρδιά, στεγάζοντας πόνους, έρωτες, μόχθους, θρήνους, χαρές. Οπως όπως συντηρείται, λίγο λίγο αλλάζει και διατηρείται ζωντανή. Νέοι ένοικοι τροφοδοτούν το νήμα της διάρκειας, μεταθέτοντας διαρκώς το προεικασμένο τέλος.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *