Επισιτιστική επιδείνωση λόγω της πανδημίας

Ενα από εκείνα που θα αλλάξει η πανδημία είναι η επισιτιστική κατάσταση. Προς το χειρότερο. Εως χθες στην Ελλάδα το πρόβλημα της πείνας λίγο-πολύ ελεγχόταν. Η Εκκλησία, μητροπόλεις και ενορίες, οργανώσεις όπως το «Ολοι Μαζί Μπορούμε», το «Μπορούμε», «Τράπεζες Τροφίμων» και πολλές άλλες σε όλη τη χώρα συλλέγουν και μοιράζουν τρόφιμα σε ιδρύματα και ιδιώτες που έχουν ανάγκη. Το κράτος επίσης συμβάλλει με προγράμματα όπως τα σχολικά γεύματα, συσσίτια από ΟΤΑ και κοινωνικά παντοπωλεία. Τα άτομα που σιτίζονται ανήκουν κυρίως σε ειδικές κατηγορίες και είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο αριθμός τους. Είναι στην πλειονότητά τους τρόφιμοι ιδρυμάτων, εξαρτημένοι, άστεγοι, μέλη διαλυμένων οικογενειών και υπερήλικες. Επίσης κάτοικοι περιοχών με μόνιμη ανεργία. Η Ελλάδα είναι δεύτερη από κάτω στην κατάταξη φτώχειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και μπορούμε να υποθέσουμε ότι εκείνοι που έχουν πραγματική ανάγκη βοήθειας είναι αρκετές δεκάδες χιλιάδες.

Πάντως, τα περιστατικά πείνας που βλέπουν τη δημοσιότητα οφείλονται κυρίως σε κακή οργάνωση και όχι στην έλλειψη τροφίμων ή πόρων για την αγορά τους.

Αυτά μέχρι τώρα. Ηδη, στην Τράπεζα Τροφίμων παρατηρούμε αύξηση της ζήτησης από τα ιδρύματα με τα οποία συνεργαζόμαστε, ενώ μας προσεγγίζουν όλο και περισσότερα άλλα ιδρύματα. Αν κρίνουμε από το τι ήδη συμβαίνει σε άλλες χώρες, οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας θα προσθέσουν και εδώ σε όσους πεινάνε τσουνάμι ανέργων και ατόμων το εισόδημα των οποίων έχει μηδενιστεί. Ατομα που θα προέρχονται τώρα από τα μεσοαστικά στρώματα της κοινωνίας. Το φαινόμενο θα παίρνει διαστάσεις τους επόμενους μήνες και είναι απόλυτη προτεραιότητα να κινητοποιηθεί κάθε μέσο για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως και αποτελεσματικά. Εκτός από την «ανθρωπιστική» πλευρά, η πείνα έχει και κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.

Στη μάχη για την αντιμετώπιση του επερχόμενου επισιτιστικού προβλήματος, το κράτος διαθέτει ένα μεγάλο όπλο που έως τώρα δεν έχει χρησιμοποιηθεί όπως θα έπρεπε. Πρόκειται για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας για τους Απόρους (ΤΕΒΑ), πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο οποίο συμμετέχουμε μαζί με άλλα κράτη. Το μερίδιό μας για την περίοδο 2014-2020 είναι 331 εκατ. ευρώ, από τα οποία όμως πρέπει να βάλουμε το 15%, ήτοι μας δίνουν καθαρά περίπου 280 εκατ. ευρώ. Τα χρήματα προορίζονται κυρίως για αγορά τροφίμων.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ενωση, μέχρι και το 2018, είχε απορροφηθεί το 18% του ποσού, ή 59 εκατ. ευρώ. Επειδή η υπηρεσία που διαχειρίζεται το πρόγραμμα δεν δημοσιεύει στοιχεία, δεν γνωρίζουμε τι απορροφήθηκε το 2019 και ώς τώρα το 2020. Εστω και αν έχει γίνει μεγάλη πρόοδος στο κεφάλαιο αυτό, υπάρχει ο κίνδυνος όταν, σύντομα, λήξει το πρόγραμμα να έχει μείνει στα αζήτητα και να χαθεί ποσό της τάξεως των 150-200 εκατ. ευρώ. Αυτά την ώρα που θα οξύνεται το πρόβλημα της πείνας.

Δεύτερος κίνδυνος είναι ότι στο νέο πρόγραμμα που θα διαδεχθεί το ΤΕΒΑ, αν ληφθεί υπ’ όψιν η μέχρι τώρα επίδοση της Ελλάδος, θα πάρουμε αναλογικά λιγότερα. Τώρα, είμαστε οι δεύτεροι υψηλότεροι στην κατά κεφαλήν κατανομή.

Η κύρια αιτία της αδυναμίας απορρόφησης του ΤΕΒΑ είναι το γραφειοκρατικό κουβάρι που σχεδιάστηκε για τη διαχείρισή του. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αφήσει τον τρόπο διαχείρισης του ΤΕΒΑ στη διακριτική ευχέρεια των κρατών, με λίγους περιορισμούς. Για να απορροφηθεί εγκαίρως το υπόλοιπο, θα πρέπει να ανασχεδιαστούν αμέσως οι διαδικασίες διαχείρισής του. Ισως τότε αποδειχθεί θετικό ότι παραμένει ένα τόσο μεγάλο υπόλοιπο, για να χρησιμοποιηθεί τώρα που προκύπτει η πραγματική ανάγκη. Η υπόθεση ΤΕΒΑ είναι για την κυβέρνηση πολιτικός κίνδυνος αν χαθούν τα χρήματα, σε εποχή μάλιστα πείνας, αλλά και ευκαιρία αν μπορέσει να τα εκμεταλλευθεί σωστά, έστω και την τελευταία στιγμή.

* Ο κ. Παναγής Βουρλούμης είναι πρόεδρος της Τράπεζας Τροφίμων.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *