Επανέρχονται τα παλιά άλυτα προβλήματα

Μερικά παλιά αλλά επίκαιρα πάλι θέματα αναδεικνύουν οι επιπτώσεις της πανδημίας και η αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας.

Ενα απ’ αυτά αφορά την κατανομή ευθυνών ανάμεσα στην Κομισιόν και στις κυβερνήσεις. Η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε πολλούς τομείς δεν έχει δικαιοδοσία. Δεν μπορεί να επιβάλει ρυθμίσεις και περιορισμούς γιατί η ευχέρεια αυτή είναι στην αρμοδιότητα κρατών-μελών. Οι ανακοινώσεις της Επιτροπής είναι απλές συστάσεις προς τουριστικές επιχειρήσεις, ξενοδοχεία, αεροπορικές ή ακτοπλοϊκές εταιρείες και εκδόθηκαν δύσκολα καθώς πολλές χώρες δεν ήθελαν ούτε συστάσεις με τις οποίες διαφωνούν.

Τα κράτη-μέλη διατηρούν το δικαίωμα να αποφασίζουν για ό,τι θεωρούν σημαντικό, από την άμυνα και την εκπαίδευση έως την υγεία και τις μεταφορές. Αλλωστε στην Ουγγαρία και στην Πολωνία νομίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι αναρμόδια και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ στη Γερμανία υπονοούν ότι δεν χρειάζεται ανεξάρτητη ΕΚΤ εφόσον υπάρχει η Deutsche Bundesbank.

Παρότι οι συστάσεις για τον τουρισμό «αφυδατώθηκαν», υποβαθμίστηκαν στην αυτονόητη προφύλαξη να φορούν όλοι μάσκες ή στην καλοδεχούμενη από τις εταιρείες υπόδειξη να μη διατίθεται γεύμα στις πτήσεις, υπάρχει μία που ενοχλεί. Οι εταιρείες τουρισμού είχαν εισπράξει προκαταβολές τις οποίες αποφεύγουν να επιστρέψουν. Η δικαιολογία είναι ότι κι αυτές έχουν πληρώσει προκαταβολές σε ξενοδοχεία, εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων, καύσιμα κ.λπ.

Αυτό είναι επίσης ένα παλιό θέμα. Τα δικαιώματα των καταναλωτών, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αγορά και το επιχειρηματικό ρίσκο. Οι καταναλωτές πληρώνουν προκαταβολικά υπηρεσίες που θα χρησιμοποιήσουν μελλοντικά. Κι αν για κάποιον σοβαρό λόγο δεν χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες, δικαιούνται επιστροφή χρημάτων;

Η απάντηση που είχε δώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ευρωπαϊκή οδηγία (2015/2302) είναι ξεκάθαρη. «Aν ένα ταξιδιωτικό πακέτο ακυρωθεί εξαιτίας αναπόφευκτων και έκτακτων περιστάσεων, οι ταξιδιώτες έχουν το δικαίωμα να τους επιστραφεί πλήρως κάθε πληρωμή που έχουν κάνει, χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση σε διάστημα 14 ημερών από τη λήξη του συμβολαίου. Στο πλαίσιο αυτό, ο οργανωτής (του ταξιδιού) μπορεί να προσφέρει επιστροφή χρημάτων στη μορφή voucher, ωστόσο η δυνατότητα αυτή δεν στερεί από τον ταξιδιώτη το δικαίωμα να του επιστραφούν χρήματα».

Κι όμως, 12 χώρες ζήτησαν παράκαμψη της σαφέστατης πρόβλεψης που καθιστά υποχρεωτική την επιστροφή χρημάτων. Ανάμεσά τους και η ελληνική κυβέρνηση, καθώς ήδη αυτό προβλέπει η πράξη νομοθετικού περιεχομένου που εξέδωσε. «Απαιτήσεις επιστροφής του αντιτίμου αεροπορικών εισιτηρίων προς επιβάτες, λόγω ματαιώσεων πτήσεων, εφόσον προβλέπονται από την ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, ικανοποιούνται με την παροχή προς τους δικαιούχους πιστωτικού σημειώματος ίσης αξίας με το αντίτιμο του εισιτηρίου της ματαιωθείσας πτήσης». Και δεν παρακάμπτεται μόνον η ξεκάθαρη υποχρέωση επιστροφής χρημάτων, μπαίνουν και χρονικά όρια για την εξαργύρωση της επιστροφής: «Το πιστωτικό σημείωμα έχει ημερομηνία λήξης δεκαοκτώ (18) μήνες από την έκδοσή του». Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει για οφειλές από ματαίωση θαλάσσιου ταξιδιού.

Η Επιτροπή, μπροστά στην εμμονή πολλών κυβερνήσεων, προσπαθεί να βελτιώσει την κατάσταση προτείνοντας οι άτυχοι ταξιδιώτες να έχουν το δικαίωμα μεταβίβασης των «πιστωτικών σημειωμάτων» σε άλλους ή να παίρνουν μ’ αυτά μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που πλήρωσαν. Συμβιβασμοί για να αποφύγουν το αυτονόητο. Παραμένει όμως το πρόβλημα ότι οι επιχειρήσεις μεταβιβάζουν το επιχειρηματικό ρίσκο που έχουν στους πελάτες τους ενώ ταυτόχρονα διεκδικούν επιδοτήσεις και δάνεια από τα κράτη για την πανδημία.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *