Ένας Ελληνογερμανός ζωγράφος αποκαλύπτεται

Ένας Ελληνογερμανός ζωγράφος αποκαλύπτεται

Ένας Ελληνογερμανός ζωγράφος αποκαλύπτεται 1

Στη συνάντησή μας συστήνεται με το όνομα «Μιχάλης».

Είναι το δεύτερο, το ελληνικό όνομα, του διάσημου στη Γερμανία ζωγράφου, γλύπτη και ποιητή, Γκέριτ Μπέκερ, ενός ανθρώπου που σε όλη τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία του συνδύασε μοναδικά τις δύο ταυτότητές του: την ελληνική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του και τη γενέθλια, τη γερμανική.

Ο Γκέριτ Μπέκερ έχει δραστηριοποιηθεί τόσο στο χώρο της ζωγραφικής και της γλυπτικής, όσο και της πεζογραφίας και της ποίησης, λαμβάνοντας πλήθος διακρίσεων. Γεννήθηκε στο Αμβούργο από Ελληνίδα μητέρα και Γερμανό πατέρα.

Οι γονείς του γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελευσίνα, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως λογιστής στο τοπικό αεροδρόμιο, και λίγο αργότερα μετακόμισαν στη Γερμανία.
 
Ο Γκέριτ πρωτοήρθε στην Ελλάδα ως έφηβος το 1958 με τη μητέρα του, όπου έμεινε ένα χρόνο για να επιστρέψει και πάλι στη Γερμανία. Σήμερα ζει μεταξύ Βερολίνου και Λίντεβιτ.

Τα παιδικά του χρόνια στη μεταπολεμική, χιονισμένη Γερμανία και τη γνωριμία του με τη γεμάτη φως και χρώμα Ελλάδα περιγράφει στην αυτοβιογραφία του «Το χρώμα της σκιάς» (εκδόσεις «Περισπωμένη»).

Την ίδια ώρα το βιβλίο αποτελεί και ένα χρονικό της γνωριμίας του Μπέκερ με τη ζωγραφική, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όχι φιλικό προς την καλλιτεχνική τάση του.
 
«Η ζωγραφική με έκανε να συγκεντρωθώ μέσα στη μοναξιά που ένιωθα και στο μη φιλικό προς την κλίση αυτή περιβάλλον και να βρω την εσωτερικότητα, να βρω την καλλιτεχνική έκφραση», εξηγεί μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής του στην Αθήνα. Τι τον τράβηξε, όμως στη ζωγραφική, τον ρωτάμε.

Ο ίδιος απαντά: «Οι λέξεις καμιά φορά δεν φτάνουν και επειδή δεν μου έφταναν οι λέξεις, άρχισα να παίζω με τα χρώματα, τη ζωγραφική, ήθελα να βρω άλλο δρόμο για να εκφράσω τα αισθήματά μου».

Σιωπηλός υποστηρικτής στην καλλιέργεια της κλίσης του στη ζωγραφική ήταν η μητέρα του, μια γυναίκα που, όπως περιγράφει στο βιβλίο, αντιμετώπισε πρώτα η ίδια ένα εχθρικό περιβάλλον στη Γερμανία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. «Την περίοδο των μεγάλων επιθέσεων και των βομβαρδισμών, δεν της επέτρεπαν στο Αμβούργο ούτε να πλησιάσει το καταφύγιο, γιατί τα καταφύγια προορίζονταν αποκλειστικά για Γερμανούς», αναφέρεται στην αυτοβιογραφία.

Για χρόνια οι δύο ταυτότητες του Γκέριτ Μπέκερ, η ελληνική και η γερμανική, συγκρούονταν, αποκαλύπτει ο ίδιος. «Είμαι γεννημένος Έλληνας, αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε να έχω ελληνικό όνομα ούτε να φαίνεται στο σχολείο ότι είμαι Έλληνας. Παλιά υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα στην ελληνική και τη γερμανική μου ταυτότητα.

Ως παιδί αισθανόμουν Γερμανός, γιατί φοβόμουν». Χρόνια αργότερα, το 1990, όταν ο Μπέκερ επισκέφθηκε και πάλι την Ελλάδα, το κόκκινο χώμα της ελληνικής γης τον συγκίνησε.
 
«Τότε άκουσα μια φωνή μέσα μου που έλεγε: κοίταξε αυτό το κόκκινο χώμα, εκεί είναι τα κόκαλα από μια πλευρά της οικογένειάς σου, από μια πλευρά της αλήθειας σου».

Σήμερα, δηλώνει πάνω από όλα άνθρωπος. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «τα σύνορα είναι μόνο γραμμένα, δεν υπάρχουν. Αυτό το λέω ως καταληκτική διαπίστωση, ότι τώρα που δεν υπάρχουν πια τα σύνορα, παρά μόνο στα χαρτιά, πρέπει να έχουμε αλληλεγγύη όλοι οι άνθρωποι και χρειαζόμαστε πολιτικούς που να μην επιτρέπουν στον άνθρωπο να γίνεται εχθρός του ανθρώπου».

Πολυδιάστατη είναι όμως και η ταυτότητά του σε καλλιτεχνικό επίπεδο: ζωγράφος, γλύπτης, πεζογράφος, ποιητής, ακόμα και μουσικός.

Αν και ευρέως γνωστός στη Γερμανία ως ζωγράφος, ο ίδιος δηλώνει ότι «η πνευματική μου στάση ως καλλιτέχνη ορίζεται από την ποίηση και την ποιητικότητα» και ότι «η ποιητική αντίληψη της ζωής και της τέχνης διατρέχει και το συγγραφικό μου έργο, αλλά τελικά και το ζωγραφικό μου έργο».

Πάντως, τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου την αντιμετώπισε ως έργο τέχνης και παρομοιάζει τη διαδικασία αφαίρεσης κεφαλαίων (αρχικά το βιβλίο μετρούσε 700 σελίδες για να φτάσει στην τελική του μορφή στις 300) με τη γλυπτική: «Στο τέλος πρέπει να δώσεις μια φόρμα και είσαι σαν γλύπτης, κόβεις και αυτό που κόβεις δεν φαίνεται.

Φιλοσοφικά αυτό που με ενδιαφέρει είναι αυτό που παράγεται σε τελική μορφή, αλλά και η απουσία αυτού. Το περίγραμμα της απουσίας της ύλης είναι ουσιαστικά το έργο τέχνης», υπογραμμίζει.

Τον ρωτάμε ποια στοιχεία έχει υιοθετήσει από τον ελληνικό και γερμανικό πολιτισμό στην τέχνη του.

«Όταν είδα πρώτη φορά τον Ερμή του Πραξιτέλη, σκέφτηκα ότι από εκεί προέρχεται η τέχνη.

Η αρχαία ελληνική γλυπτική, η κεραμική, κυρίως τα αττικά βάζα, αλλά και οι βυζαντινές εικόνες με ενέπνευσαν για να ακολουθήσω το δρόμο των εικαστικών τεχνών», απαντά.

Από το γερμανικό πολιτισμό, συμπληρώνει, «έχω εμπνευστεί από τον ποιητή Χέλντερλιν που είναι ένας από τους αγαπημένους μου, και από άλλους Γερμανούς ποιητές.
 
Επίσης, η μουσική του Μπαχ, του Μπετόβεν και του Μότσαρτ, καθορίζουν τη γερμανική μου υπόσταση ως καλλιτέχνη».

Κλείνουμε τη συζήτησή με την ερώτηση ποια είναι τα σχέδιά του για το μέλλον.

Μας απαντά με στίχους από ένα ποίημα του: «Δεν ξέρω τι μένει για σήμερα, ξέρω όμως πιο πολλά από χτες». Όπως προσθέτει, «ο πατέρας μου έλεγε πολύ συχνά “αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς”.

Έχω βάλει σαν στοίχημα με τον εαυτό μου σε όλη τη ζωή μου και το έργο μου να μειωθεί αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Αυτό δηλαδή που νομίζουν οι πολλοί ότι δεν μπορεί να ειπωθεί, να το αποκαλύψω και να το πω».

Την ίδια ώρα δεν είναι τυχαίο ότι το αυτοβιογραφικό βιβλίο του τελειώνει με τη φράση «Άδραξε τη ζωή», ένα μότο που χρησιμοποίησε ο ίδιος σε νεαρή ηλικία. «Ακόμα και τώρα όμως δεν άφησα τη ζωή. Μην κλείνεσαι, μην σταματάς τον εαυτό σου, μην κάνεις πίσω… Άδραξε τη ζωή».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *