Δημήτρης Παπαγγελόπουλος: Βιοτεχνίες

Οσο ωριμάζει η υπόθεση Παπαγγελόπουλου τόσο αναδεικνύονται οι ιστορικές πρωτοτυπίες της. Η πρώτη πρωτοτυπία αφορά την ίδια την Επιτροπή που ερεύνησε τις ποινικές του ευθύνες. Για πρώτη φορά μια διαδικασία τόσο ευεπίφορη σε πολιτικούς εκτροχιασμούς ολοκληρώθηκε τόσο σύντομα και με τόση δικονομική πειθαρχία. Δεν ήταν, βέβαια, εντελώς αδιάβροχη στο πολιτικό κλίμα. Αλλά δεν θα μπορούσε να είναι.

Η δεύτερη ιστορική πρωτοτυπία της υπουργικής πράξης είναι ότι δεν είναι μία. Είναι πολλές. Είναι το πλέγμα των επιχειρήσεων ενός παρασυστήματος, που του δίνει υπόσταση το καθοδηγητικό πρόσωπο, υποδεικνυόμενο άλλοτε ως ηθικός και άλλοτε ως φυσικός αυτουργός. «Σύστημα» ήταν και με την έννοια του οργανωμένου συνόλου και με την έννοια της μεθόδου, αφού κάτω από τις περιγραφόμενες πράξεις μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει ένα κοινό πολιτικό-ιδεολογικό υπόβαθρο.

Είτε πρόκειται για τη βιοτεχνία κατασκευής ενόχων· είτε για τη μεσιτεία μεταξύ ιδιωτών και την ανταλλαγή διευθέτησης ποινικών υποθέσεων με χρηματικά ποσά· είτε για την πίεση και τη δίωξη απρόθυμων μαρτύρων και λειτουργών, ο ιστός ήταν ένας άγουρος και αδέξιος καθεστωτισμός.

Η τρίτη πρωτοτυπία είναι ίσως και η λιγότερο συζητημένη. Για πρώτη φορά μέλη του ελληνικού Κοινοβουλίου αναλαμβάνουν τα κατ’ εξαίρεση ανακριτικά τους καθήκοντα για να ερευνήσουν πράξεις δικαστικών λειτουργών. Για πρώτη φορά βουλευτές «δικάζουν» εισαγγελείς. Στις περισσότερες από τις ερευνηθείσες υποθέσεις, για να στοιχειοθετηθεί η υπουργική ευθύνη πρέπει να έχει αποδειχθεί το βασικό έγκλημα: η φυσική αυτουργία των εισαγγελέων.

Το πολιτικό δράμα, με όλο το σκανδαλιστικό του φορτίο και, εσχάτως, με την οπτικο-ακουστική του σοκαριστική σαγήνη, έχει επισκιάσει τη δικαστική χρεοκοπία. Στην αξιολόγηση της υπόθεσης έχει υποτιμηθεί το γεγονός ότι, χωρίς τη στράτευση λειτουργών της ποινικής Δικαιοσύνης, καμία πράξη και πολύ περισσότερο κανένα σύστημα δεν θα ήταν νοητά.

Δεν πρόκειται μόνο για τους εισαγγελείς, που κατηγορούνται ότι αποτέλεσαν βραχίονες του συστήματος. Πρόκειται και για τις τότε κεφαλές της Δικαιοσύνης που, χωρίς να κατονομάζονται ευθέως, προκύπτει από το πόρισμα ότι αναλάμβαναν να ασκήσουν τιμωρητικές διώξεις στους μη συνεργάσιμους. Προκύπτει, δηλαδή, ότι λειτούργησαν σαν κέντρο εκφοβισμού του Σώματος – αφού όποιος εισαγγελέας δεν συμμορφωνόταν, ήξερε τι τον περίμενε. Ηξερε ότι η τιμωρία του δεν θα περιοριζόταν στα κανιβαλικά πρωτοσέλιδα.

Το πρόβλημα Παπαγγελόπουλου για τους θεσμούς αντιμετωπίστηκε από την ετοιμότητα των ίδιων των θεσμικών αντισωμάτων. Κάποιοι –δικαστές, εισαγγελείς, επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών– δεν μάσησαν. Χάρη σε αυτούς, το πρόβλημα μπόρεσε να οδηγηθεί στην οριστική πολιτική του λύση, προτού αρχίσει η ποινική του διερεύνηση. Το έλυσαν οι εκλογές.

Στη Δικαιοσύνη διέξοδος τέτοιας άμεσης κάθαρσης δεν υπάρχει. Απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι κρατούν ακόμη στα χέρια τους τα όργανά τους. Ανακριτές και ταυτόχρονα ανακρινόμενοι. Στην πολιτική τα πρόσωπα είναι εφήμερα. Στη Δικαιοσύνη, ισόβια.

Μπορεί η Δικαιοσύνη να δει την ευπάθεια των λειτουργών της στις πολιτικές πιέσεις ως συστημικό πρόβλημα; Μπορεί μόνη της να το διορθώσει;

Φαίνεται πρόωρο το ερώτημα. Μεταφυσικό. Αλλά θεσμικά ίσως είναι πιο επείγον.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *