Χρήστος Λούλης: Ψευτοπόλωση

Διαφήμιση είναι, ώς ένα βαθμό, η τέχνη της διαχείρισης των στερεοτύπων – είτε τα αντικατοπτρίζει για να εκμαιεύσει ταυτίσεις είτε τα κλονίζει για να σκανδαλίσει. Το σποτάκι της Πολιτικής Προστασίας με τον Χρήστο Λούλη δεν αναπαράγει τα στερεότυπα περισσότερο από όσο τα αναποδογυρίζει.

Τα αναπαράγει κατά το μέρος που ο έμπλεος χαρδαλοστερόνης πρωταγωνιστής επιδίδεται σε mansplaining – σε συγκαταβατικό, πατριαρχικό διδακτισμό έναντι της αόρατης παρτενέρ του με τη «γλυκιά φωνή». Τα αναποδογυρίζει όμως κατά το μέρος που πιστώνει τον ανδρικό χαρακτήρα με υγειονομική σωφροσύνη – ενώ η κοινή αντίληψη έχει ταξινομήσει τον παρορμητισμό και το «ξεπόρτισμα» ως ροπές της αέναης ανδρικής εφηβείας.

Εκ των υστέρων το μήνυμα μοιάζει καταδικασμένο να αποτύχει. Η καμπάνια που υπαγορεύει κανόνες αντισηπτικής συμπεριφοράς είναι από τη φύση της πατερναλιστική. Είναι δηλαδή προορισμένη για να ενοχλήσει το κοινό με ραφινάτες ευαισθησίες – που δεν είναι το μεγάλο κοινό το οποίο το σποτ στόχευε να συγκινήσει. Πρόκειται για τη μειοψηφία εκείνη που ασκεί δυσανάλογη του πλήθους της επιρροή στη δημόσια σφαίρα, χωρίς να υπολογίζει τις παράπλευρες πολιτικές συνέπειες· χωρίς να λογαριάζει κατά πόσο η αντιδιδακτική της ηθικολογία ενισχύει τα αντανακλαστικά του συντηρητισμού που υποτίθεται ότι θέλει να αφοπλίσει.

Το μήνυμα ατύχησε γιατί έπεσε σε κλίμα κοινωνικής δυσανεξίας. Το ακροατήριο στο οποίο εκτέθηκε ο Λούλης δεν είναι πια σε φάση Σπύρου Παπαδόπουλου. Οι διαθέσεις έχουν αλλάξει. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την ευκολία με την οποία προκύπτουν οι ψευτοπολώσεις στην έξοδο από την καραντίνα;

Ο Λούλης, που υπέστη προσωπικό και πολιτικό ξεπουπούλιασμα –τι έχει παίξει, πόσο έντεχνος είναι, τι έχει δηλώσει– σαν να ήταν δικό του το ύφος του μαγκάκου που υποδύθηκε, δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Ο ίδιος ιός υπερβολικής δραματοποίησης προσβάλλει και τα άλλα μέτωπα της επιστροφής στην καθημερινότητα. Η τηλεκπαίδευση στα σχολεία καταγγέλλεται ως πρότζεκτ μαζικής παρακολούθησης. Τα πάρτι των πλατειών και οι χουλιγκανικές τους εξάρσεις βαπτίζονται κίνημα (λες και δεν ήταν ήδη, από τον καιρό της κανονικότητας, έκδηλη η αλληλουχία μεταξύ χαβαλέ και μπάχαλου).

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η επιτυχία στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού μάς εξασφάλισε την πολυτέλεια του ευτελούς: μια χώρα που δεν χρειάζεται να κηδεύει φουρνιές άκλαυτων νεκρών έχει την πολυτέλεια να σπαταλιέται σε μεταπανδημικές ανησυχίες.

Θα ήταν έτσι, αν είχε περάσει ο κίνδυνος. Εδώ, όμως, φαίνεται ο κίνδυνος να έχει σκεπαστεί από τον αντίλαλο των αυτοεπαίνων. Οι ύμνοι για την εθνική επιτυχία απειλούν να εξελιχθούν σε ναρκισσιστική ύπνωση. Είμαστε τόσο καλοί, που μας παίρνει πια να αμοληθούμε. Είμαστε καλοί, αλλά με πολλή αξόδευτη χολή.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *