Brexit: Γιατί η Ελλάδα πρέπει να λάβει άμεσα νομοθετικά μέτρα

Θα ήταν εύλογο η Ελλάδα να εισαγάγει ειδικό νομοθετικό καθεστώς για τις σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομικής ζωής.

Η συμφωνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση εγκρίθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 25 Νοεμβρίου 2018, έχει ωστόσο καταψηφισθεί στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων σε διαδοχικές ψηφοφορίες, με συνέπεια να αναβληθεί η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση έως τις 31 Οκτωβρίου 2019. Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις παρέχουν ενδείξεις ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ενωση άνευ συμφωνίας (hard Brexit).

Το υπαρκτό αυτό ενδεχόμενο θέτει επιτακτικά το ζήτημα της διαφύλαξης ελληνικών εμπορικών συμφερόντων σε περίπτωση hard Βrexit. Σε αντίθεση με άλλα κράτη-μέλη, η Ελλάδα (ν. 4604/2019) έχει λάβει νομοθετική πρόνοια μόνο για την προσωπική κατάσταση των Βρετανών υπηκόων, χωρίς να έχει μεριμνήσει για τη νομοθέτηση επιτρεπτών κατ’ αρχήν μέτρων (σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κρατών-μελών) για την προσωρινή προστασία ελληνικών συμφερόντων καθώς και τη διασφάλιση της συνέχειας των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου.

Συνεπώς θα ήταν εύλογο η Ελλάδα, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων κρατών-μελών, να εισαγάγει –για χρονικά περιορισμένη μεταβατική περίοδο έπειτα από ενδεχόμενο hard Brexit και στο μέτρο του αναγκαίου– ειδικό νομοθετικό καθεστώς για τις σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομικής ζωής. Eνδεχόμενη νομοθετική παρέμβαση οφείλει να είναι στοχευμένη και να αφορά τουλάχιστον τους ακόλουθους τομείς:

Διασυνοριακή χρηματοδότηση επιχειρήσεων: Αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις λαμβάνουν πάγια ή κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης έλαβαν δανειακά προϊόντα από αγγλικά πιστωτικά ιδρύματα λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων σε σχέση με τα αντίστοιχα ελληνικά, ή επένδυσαν τμήμα του ενεργητικού τους με τη μεσολάβηση επενδυτικών εταιρειών του Ηνωμένου Βασιλείου για λόγους αναγόμενους στην προστασία έναντι του συναλλαγματικού κινδύνου. Σε περίπτωση εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς συμφωνία, οι εν λόγω επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα θα χάσουν το ευρωπαϊκό τους διαβατήριο, με συνέπεια να απαιτείται εκ νέου αδειοδότησή τους από τις ελληνικές ρυθμιστικές αρχές κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τρίτες χώρες. Αυτό μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τη συνέχεια των παρεχόμενων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε Ελληνες πελάτες.

Πληρωμές – εμβάσματα: Το εμπόριο μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδας (συνολική αξία εισαγωγών 38 δισ. στερλίνες και συνολική αξία εξαγωγών 48 δισ. στερλίνες κατά την περίοδο 1999-2015) μπορεί να πληγεί ουσιωδώς λόγω της απώλειας του ευρωπαϊκού διαβατηρίου από τα ιδρύματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών με χώρα προέλευσης το Ηνωμένο Βασίλειο. Πέρα από τις γενικότερες επιπτώσεις στο εμπόριο, η μη λήψη μεταβατικών μέτρων στον τομέα των διασυνοριακών πληρωμών ενέχει μεταξύ άλλων και κίνδυνο διακανονισμού (settlement risk) σε περίπτωση κατά την οποία ίδρυμα πληρωμών του Ηνωμένου Βασιλείου επεξεργασθεί πληρωμή πριν από το hard

Brexit αλλά ο διακανονισμός της αναμένεται να επέλθει μετά το hard Brexit. Απουσία μεταβατικών διατάξεων, η ολοκλήρωση της διαδικασίας πληρωμής του Ελληνα εμπόρου, η οποία ξεκίνησε πριν από το hard Brexit, θα απαιτήσει στην περίπτωση αυτή την αδειοδότηση του ιδρύματος πληρωμών από τις ελληνικές ρυθμιστικές αρχές κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τρίτες χώρες.

Διασυνοριακές συγχωνεύσεις εταιρειών (Μ&Α): Κατά τα τελευταία χρόνια της ισχαιμικής οικονομικής ανάκαμψης, το επενδυτικό ενδιαφέρον για εξαγορά εταιρειών ελληνικών συμφερόντων προέρχεται συχνά από επενδυτικά σχήματα με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς συμφωνία, θα θεωρηθεί τρίτη χώρα με συνέπεια την αδυναμία ολοκλήρωσης διαδικασιών διασυνοριακών συγχωνεύσεων κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς. Η άρση του περιορισμού αυτού θα ήταν προς το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας, τουλάχιστον όσον αφορά συγχωνεύσεις που έχουν μεν συμφωνηθεί με εταιρείες που έχουν την έδρα τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ασφαλιστικές εργασίες: Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο ασκούν δραστηριότητες στην Ελλάδα βάσει του ευρωπαϊκού διαβατηρίου, ενώ οι αντασφαλιστές του Λονδίνου –ελλείψει εγχώριας αντασφαλιστικής αγοράς– παρέχουν υπηρεσίες αντασφάλισης σε ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για τη διασφάλιση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει ασφαλιστικές επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι Ελλήνων πελατών, καθώς και για την προστασία των ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα υπάγονταν (ελλείψει καθεστώτος ισοδυναμίας) σε αυξημένες απαιτήσεις φερεγγυότητας σύμφωνα με τη Solvency II λόγω της σύναψης συμβάσεων αντασφάλισης με αντασφαλιστές εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν προσωρινά νομοθετικά μέτρα ικανά να εξασφαλίσουν ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς.

* Η κ. Γεωργία Κουτσούκου είναι διδάκτωρ Νομικής και συνεργάτις της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Rokas.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *