Αρθρο Κ. Υφαντή: Η επόμενη θα είναι μια δύσκολη ημέρα

Η Τουρκία θα επιδιώξει να μας σύρει στο τερέν που θεωρεί ότι υπερέχει. Δεν υπάρχει περιθώριο για χαλάρωση της στρατιωτικής ετοιμότητας. Φωτ. ΑΠΕ

Και ξαφνικά η Ελληνική Δημοκρατία κατορθώνει να (συν)διαμορφώνει τετελεσμένα Διεθνούς Δικαίου και ειρήνης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο έρχεται στη συνέχεια εκείνης με την Ιταλία. Η Αθήνα αποκτά και διευρύνει στρατηγικά πλεονεκτήματα σε ένα τερέν που ενώ ξέραμε ότι μας ευνοεί –αυτό της διπλωματίας και του Διεθνούς Δικαίου– δεν είχαμε μέχρι τώρα τολμήσει να μεταφέρουμε στα αλήθεια, με συγκεκριμένες κινήσεις – τον ανταγωνισμό μας με την Τουρκία. Είναι τόσο σημαντική και θετική για τις ελληνικές επιδιώξεις η συμφωνία με την Αίγυπτο; Κάθε τέτοια στρατηγικού χαρακτήρα διευθέτηση δεν αξιολογείται στο κενό. Δεν αξιολογείται με μέτρο μια ιδανική κατάσταση αλλά με συγκεκριμένα κριτήρια.

Το πρώτο κριτήριο είναι η συγκυρία ή αλλιώς το στρατηγικό τοπίο στο οποίο διαπραγματεύεσαι. Η Αθήνα είχε να αντιμετωπίσει μια Τουρκία που είχε αρχίσει να νιώθει άτρωτη. Στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία και εξουδετέρωση των Κούρδων. Παραβίαση των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων συστηματικά και χωρίς καμία απολύτως συνέπεια. Στρατιωτική παρέμβαση στη Λιβύη και δημιουργία προτεκτοράτου στην Τρίπολη. Σύναψη «μνημονίου» με την τελευταία εν είδει αποικιοκρατικής δύναμης που απλώς χαράζει σύνορα στον χάρτη. Μια κυβέρνηση που δημοσιεύει χάρτες, «αδειοδοτεί» τον εαυτό της και απειλεί απροκάλυπτα με τη χρήση στρατιωτικής βίας. Σε αυτό το στρατηγικό περιβάλλον με τους συγκεκριμένους περιορισμούς η Αθήνα έπρεπε να απαντήσει ή να υποχωρήσει αποδεχόμενη ότι δεν έχει τα κυριαρχικά δικαιώματα που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη της. Η μόνη χώρα στην περιοχή (μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία) που δεν είχε τέτοια δικαιώματα κατά την Τουρκία. Η Αγκυρα αντιμετωπίζει τις δύο χώρες σχεδόν ως περίκλειστες. Μόνο έτσι βεβαίως υπάρχει περιθώριο για την υλοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Το δεύτερο κριτήριο είναι η ύπαρξη εναλλακτικών. Οχι θεωρητικά, αλλά ως άμεσα υλοποιήσιμη στρατηγική αντίδραση που θα ήταν δυνατόν να απονομιμοποιήσει τύποις αλλά και ουσία τα τουρκικά αναθεωρητικά –σχεδόν «νέο-οθωμανικά»– διαβήματα. Οσο και αν προσπαθεί κανείς, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κάτι καλύτερο από αυτό που πετύχαμε με τη συγκεκριμένη συμφωνία στη συγκεκριμένη συγκυρία. Προφανώς υπάρχει και η επιλογή της αναμονής και της προσδοκίας για μία άλλη συγκυρία, ένα άλλο λιγότερο πιεστικό γεωπολιτικό τοπίο. Ισως στο μέλλον τα πράγματα να ήταν καλύτερα, η Αίγυπτος να άλλαζε την πολιτική της δεκαετιών και να προχωρούσαμε μαζί σε μία συνολική οριοθέτηση μέχρι την Κύπρο. Απλώς να μην ξεχνάμε ποτέ, ότι ως χώρα χωρίς νησιωτικά συμπλέγματα αλλά με μεγάλη ηπειρωτική ακτογραμμή πιο εύκολα θα συμμεριστεί τις σχετικές τουρκικές θέσεις και η σημερινή δυστοπική σχέση Καΐρου-Αγκυρας είναι προσωρινή.

Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά το 2013 και είχε επιβιώσει το καθεστώς Μόρσι, Τουρκία και Αίγυπτος θα είχαν μοιράσει όλη την Ανατολική Μεσόγειο δυτικά της Κύπρου (ίσως και ανατολικά…) και η σημερινή τμηματική διευθέτηση θα ήταν στη σφαίρα του αδιανόητα ιδανικού.

Το τρίτο κριτήριο έχει να κάνει με τις στρατηγικές συνέπειες της συμφωνίας στο μέτωπο που υπαρξιακά μας ενδιαφέρει, δηλαδή στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Εδώ την απάντηση τη δίνει η βίαιη αντίδραση της Αγκυρας και η απειλή για τη δημιουργία των γνωστών διαβημάτων (έρευνες, γεωτρήσεις) της για χρήση βίας. Μια απειλή που ποτέ δεν έφυγε από το τραπέζι με το μορατόριουμ που επέτυχε η διαμεσολάβηση του Βερολίνου. Η Αθήνα επιδιώκει και σωστά τον διάλογο. Δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να πάει σε αυτόν με το τουρκολιβυκό μνημόνιο στον τράχηλό της. Τι είδους διάλογος θα ήταν αυτός όταν η άλλη πλευρά είχε ήδη διαμορφώσει τα όρια επί του «πεδίου»;

Υπάρχει η ένσταση περί της μειωμένης επήρειας των νησιών. Για την ιστορία να επισημανθεί ότι η Αίγυπτος δέχθηκε την αρχή της πλήρους επήρειας και εμείς την αρχή της αναλογικότητας που μπορεί να περιορίσει θεμιτά την πρώτη. Ενας απολύτως έντιμος συμβιβασμός με κέρδη και για τις δύο πλευρές. Μα η Αίγυπτος δεν χάνει κάτι, θα αντιτείνει κάποιος καλοπροαίρετος. Θα θυμίσω ότι η Αίγυπτος είχε πάντοτε την επιλογή της οριοθέτησης με την Τουρκία και πολλαπλάσια κέρδη σε σχέση με τη συμφωνία με την Αθήνα. Το Κάιρο είχε εναλλακτική και πολύ πιο ελκυστική.

Μια καταληκτική σκέψη: Επιτέλους η ελληνική διπλωματία σκέπτεται στρατηγικά. Βλέπουμε επιτέλους τη μεγάλη εικόνα. Αν και θα ακουστεί παράδοξο, είναι η τουρκική ηγεμονική ατζέντα που είναι υπεύθυνη για την πρωτοφανή ικανότητα της Αθήνας να διαβάζει με στρατηγικό τρόπο τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις περιφερειακές δυναμικές. Είναι η Τουρκία που έβγαλε το Αιγαίο από το στενό διμερές πλαίσιο των τελευταίων 45 ετών. Είναι η Τουρκία ως περιφερειακός αποσταθεροποιητής που ανάγκασε την Αθήνα να κινηθεί και να ορίσει τα συμφέροντά της σε ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον και να καταστεί ελκυστικός εταίρος για άλλους παραδοσιακούς παίκτες στην περιοχή.

Η επόμενη μέρα δεν θα είναι εύκολη. Η Τουρκία θα επιδιώξει να μας σύρει στο τερέν που θεωρεί ότι υπερέχει. Δεν υπάρχει περιθώριο για χαλάρωση της στρατιωτικής ετοιμότητας. Δυστυχώς. Αλλά αν αναγκαστούμε, τουλάχιστον θα υπερασπιστούμε δικαιώματα που κατοχυρώσαμε, επιτέλους!

* Ο κ. Κώστας Υφαντής είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *