Αποψη: Η Αγία Σοφία και το τέμενος στον Βοτανικό

29 Μαΐου 1453. Μέσα στην Αγία Σοφία, το μέγα τούτο μοναστήρι, έχουν συγκεντρωθεί αυτές τις κρίσιμες ώρες οι ελεύθεροι πολιορκημένοι της Πόλης. «Είναι η ίδια η ψυχή του Βυζαντίου που υψώνεται προς τον Θεό ζητώντας το θαύμα, ψάχνοντας την ελπίδα». Σίγουρο είναι πως η Βασιλεύουσα ζει το μεγαλύτερο δράμα της Ιστορίας της· ανεβαίνει τον ανηφορικό Γολγοθά των πεπρωμένων της. Μαζί της και η εμβληματική Αγία Σοφία, ορθόδοξος ναός ήδη από το 537, που, ως παράπλευρη απώλεια της «Αλωσης», μετατρέπεται σε μουσουλμανικό τέμενος. Ετσι πορεύεται μέσα στον χρόνο μέχρι το 1934. Τότε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο θεμελιωτής της τουρκικής δημοκρατίας, τη μετατρέπει, ως σύμβολο της νέας κοσμικής Τουρκίας, σε μουσείο (Ayasofya Müzesi). Το καθεστώς αυτό διατηρείται μέχρι τη 10η Ιουλίου 2020, όταν ο Ερντογάν, σαν έτοιμος από καιρό… επικυρώνει εντός μιας ώρας(!) τη σχετική απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας και αναβιώνει τη λατρευτική χρήση του χώρου, το οποίο, από την 24η Ιουλίου, επαναλειτουργεί ως τζαμί.

Με την απόφαση αυτή ακυρώνεται de facto ο κοσμικός χαρακτήρας του κεμαλικού κράτους και επιταχύνεται ο «προδιαγεγραμμένος εξισλαμισμός του» (Γ. Κτιστάκις, «Κ», 12/7). Και τούτο, παρά το γεγονός ότι στο νεότερο τουρκικό κράτος συντελέστηκε ο χωρισμός κράτους – θρησκευτικών κοινοτήτων, που δηλώνεται απερίφραστα και στο σύνταγμά του, όπως αυτό ισχύει και μετά την αναθεώρηση 2017. Σύμφωνα με αυτό, η τουρκική δημοκρατία είναι ένα κράτος λαϊκό (secular), δηλαδή κοσμικό, με επακόλουθο τη μη ανάμειξη της πολιτείας στα ζητήματα των θρησκευτικών κοινοτήτων (principle of secularism). Στη συνάφεια αυτή, η απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί δεν υπηρετεί την κοσμικότητα και δεν αποσκοπεί σίγουρα στην κάλυψη λατρευτικών αναγκών των οπαδών της μουσουλμανικής θρησκείας, αφού η Πόλη δεν στερείται ασφαλώς τέτοιων χώρων. Επομένως, το διακύβευμα δεν είναι η ανάδειξη, έστω μονοδιάστατα, της λατρευτικής χρήσης της Αγίας Σοφίας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, αγνοεί τα ιστορικά συμφραζόμενα, αλλά η εργαλειοποίηση της θρησκείας, που, ατυχώς, από μέσο καταλλαγής μετατρέπεται σε όργανο άσκησης επιθετικής πολιτικής…

Στην προσπάθεια της τουρκικής πλευράς να διασκεδάσει τις σχετικές αντιδράσεις, ο επί των Εξωτερικών υπουργός της δήλωσε προ ημερών ότι η χώρα μας «δεν δικαιούται διά να ομιλεί», διότι είναι «η μόνη στην Ευρώπη που δεν έχει τζαμί στην πρωτεύουσά της». Υποστηρίζεται, με άλλα λόγια, ότι δεν μπορεί να κόπτεται για τη θρησκευτική ελευθερία, όπως αυτή εκδηλώνεται με την ανάδειξη της ιστορικότητας ενός μνημείου, μία χώρα που δήθεν την παραβιάζει στο εσωτερικό της. Δεν πρόκειται προφανώς για ένα εύλογο επιχείρημα, αλλά για έναν απαράδεκτο συμψηφισμό, καθώς έχουμε να κάνουμε με δύο ανόμοια μεγέθη, με τελείως διαφορετικές αφετηρίες, συνδηλώσεις και παραμέτρους.

Βεβαίως, η ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αττική έχει μακρά προϊστορία. Ηδη το 1890, με εισήγηση του υπουργού των Οικονομικών Χ. Τρικούπη, εισήχθη προς ψήφιση στο ελληνικό Κοινοβούλιο νομοσχέδιο «περί παραχωρήσεως δωρεάν εθνικού οικοπέδου προς ανέγερσιν τουρκικού τεμένους εν Πειραιεί». Το εγχείρημα επαναλήφθηκε επί Ελ. Βενιζέλου κατά την κύρωση της «μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 1/14 Νοεμβρίου 1913», όπου προβλέφθηκε ότι «η Ελληνική Βασιλική Κυβέρνησις θέλει οικοδομήσει, ιδίαις δαπάναις, τέμενος εν τη πρωτεούση…». Ωστόσο, όλες αυτές οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως και εκείνη που αναλήφθηκε το 1934, επί πρωθυπουργίας Π. Τσαλδάρη, δεν ευοδώθηκαν. Το ζήτημα επανήλθε ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, ήδη δε το 2006 ιδρύθηκε ΝΠΙΔ, με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση Ισλαμικού Τεμένους. Μάλιστα, μετά και τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (708/2020), η κατασκευή και η λειτουργία του, που χωροθετήθηκε τελικώς στην περιοχή του Βοτανικού, έχει μπει πλέον στην τελική ευθεία…

Εχω τη γνώμη ότι η λειτουργία του Ισλαμικού Τεμένους, αν και όντως έχει καθυστερήσει, κρίνεται αναγκαία κυρίως σε συμβολικό, παρά σε ουσιαστικό επίπεδο. Και τούτο, διότι, ελλείψει συνολικής και ενιαίας έκφρασης της μουσουλμανικής κοινότητας, η οποία αποτελείται από ετερόκλητες ομάδες (σουνίτες, σιίτες, αλεβίτες), διαφορετικών εθνικοτήτων, προτιμότερη και πιο ρεαλιστική θα ήταν η αδειοδότηση, με τις νόμιμες προϋποθέσεις, των διάσπαρτων «τζαμιών» που σήμερα λειτουργούν παρανόμως, συχνά με την ανοχή των Αρχών. Ολα τα άλλα είναι «εκ του πονηρού» και μόνο «για το θεαθήναι»… 

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *