Ανάκτηση εμπιστοσύνης με επανεκκίνηση εποπτείας

Ενέσεις εμπιστοσύνης απαιτούνται σε πολλούς τομείς της οικονομίας και κυρίως όπου χρειάζεται τοποθέτηση κεφαλαίων ή αξιόπιστη διαχείρισή τους. Δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο ότι μία στις τέσσερις από τις 172 εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρείες, βρίσκονται σε καθεστώς επιτήρησης ή αναστολής διαπραγμάτευσης.

Σε πολλούς τομείς χρειάζεται επανεκκίνηση, απαιτείται να αρχίσουμε από την αρχή σχεδόν παντού. Είναι η φυσιολογική συνέπεια της καθυστέρησης που επήλθε, είτε αυτό είναι κατανοητό είτε το αρνούμαστε, εξαιτίας της χαμένης πενταετίας (2014-2019) που κληροδότησε προβλήματα. Αλλα οφείλονται στη σκόπιμη υποβάθμιση θεσμών όπως της Δικαιοσύνης και εποπτικών θεσμών της αγοράς κι άλλα στην παράλειψη κινήσεων όπως ο εκσυγχρονισμός του κράτους. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή. Και δεν είναι μόνον ότι απουσιάζει η εμπιστοσύνη προς τις εταιρείες που παρακάμπτουν τις ορθές πρακτικές λογιστικής απεικόνισης των στοιχείων τους. Περιορισμένη είναι και η εμπιστοσύνη των νοικοκυριών προς εταιρείες π.χ. αμοιβαίων κεφαλαίων και παρόμοιων επενδυτικών προϊόντων. Το σύνολο των επενδύσεων αυτής της μορφής στην Ελλάδα (2019) είναι 4,7% του ΑΕΠ, στη Πορτογαλία 11,1%, στην Αυστρία 48,7%, στο Βέλγιο 35%, στην Ολλανδία 116,9% και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης 107,8%.

Προφανώς, δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους νόμους που πρόσφατα ψήφισε η πλειοψηφία της Βουλής είναι ο 4706/20, που αφορά την εταιρική διακυβέρνηση, τη λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων και την ενσωμάτωση στην εγχώρια νομοθεσία οδηγιών που αφορούν τις επενδύσεις. Αναγκαίο αλλά εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης πολλά μένουν να γίνουν ώστε να εμπεδωθεί στην πράξη η αναγκαία εμπιστοσύνη. Στη λογιστική απεικόνιση που υιοθετούν οι εταιρείες, στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης που εφαρμόζουν, στη διαφάνεια όσον αφορά τις σχέσεις των διοικούντων και τις συναλλαγές που εγκρίνουν.

Το θέμα είναι σημαντικότερο από ό,τι δείχνει αρχικά, καθώς η εξυγίανση του τρόπου λειτουργίας των εισηγμένων κυρίως εταιρειών, συνδέεται με την ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς, με την προσέλκυση κεφαλαίων που αναζητούν αξιοπιστία προκειμένου να εμπιστευτούν σε κάποια εταιρεία τους πόρους που διαχειρίζονται. Και δεν είναι μόνον οι επαγγελματίες διαχειριστές κεφαλαίων που χρειάζονται εμπιστοσύνη, είναι και τα απλά νοικοκυριά. Σε πολλές χώρες η εποπτεία της αγοράς ασκείται από δύο οργανισμούς που ο ένας επικεντρώνεται στη διασφάλιση της φερεγγυότητας των εταιρειών και ο άλλος έχει ως αρμοδιότητα της προστασία των νοικοκυριών που τους εμπιστεύονται τις οικονομίες τους. Η προστασία των καταναλωτών, με την έννοια και της προστασίας των πολιτών που τοποθετούν χρήματα σε επενδυτικά ή ασφαλιστικά χρηματοοικονομικά προϊόντα, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Εποπτικοί οργανισμοί όπως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι προσανατολισμένοι στον έλεγχο της φερεγγυότητας των εταιρειών και δεν έχουν την οργάνωση ούτε δίνουν προτεραιότητα, στην προστασία καταναλωτών. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης είναι βασικός περιοριστικός παράγοντας της ανάπτυξης και η κάλυψή του δεν εξαντλείται στη νομοθετική ρύθμιση. Χρειάζεται και δραστήρια εποπτεία.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *