Το θαύμα σαν ανάγκη και προσδοκία

Μιχαήλ Δαμασκηνού (π. 1530-π. 1592), Εις Αδου Κάθοδος, β΄ μισό του δεκάτου έκτου αιώνα. Μουσείο Μπενάκη.

Με τον πλανήτη στη βαριά σκιά του πρώτου δραματικού γεγονότος που βιώνεται ως οικουμενικό, η Μεγάλη Εβδομάδα τόσο των Καθολικών όσο και των Ορθοδόξων κύλησε εξαιρετικά στενάχωρα, σχεδόν πνιγηρά. Με διασταυρωμένα τα θεϊκά και τα ανθρώπινα πάθη, αλλά χωρίς το τελετουργικό, διαφορετικό σε κάθε χώρα, που υπηρετεί τη συγκίνηση και προετοιμάζει για την πασχαλινή ευφροσύνη, που τη χαίρονται νηστεύσαντες και μη. Δυστυχώς, Πάσχα, με την έννοια της διάβασης που έχει η μητρική εβραϊκή λέξη Πεσάχ, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει υπό τους όρους του αποκλεισμού, χωριστά από συγγενείς και φίλους και με το φιλί της αγάπης άσαρκα μεταφερόμενο διά του σκάιπ. Επειτα από μια μικρή ανάσα, η Δευτέρα του Πάσχα θα μας βρει όλους, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, εκεί που μας παρέδωσε το Μέγα Σάββατο: στην αγωνία, τον φόβο και τη λύπη. 

Οι κορυφαίες εορταστικές ημέρες, τοπικές (προς τιμήν του πολιούχου αγίου), εθνικές ή διεθνείς, καλλιεργούν μαζικότερα την προσδοκία του θαύματος, είτε θέλουμε να βοηθήσει ένα δικό μας πρόσωπο είτε να λύσει κάποιο πρόβλημα που βασανίζει την κοινότητα. Συχνά η προσδοκία αυτή μετατρέπεται σε απαίτηση, που τίθεται μάλιστα –σιωπηρώς ή φωναχτά, δειλά ή και ωμά– με τη μορφή ενός διλήμματος στο βάθος του οποίου αναγνωρίζεται η σκιά του ευαγγελικού Θωμά: «Να δω και θα πιστέψω. Αν δεν δω…». 

Οσοι όμως αξιώνουν από τον Θεό και τους αγίους της όποιας πίστης τους να θαυματουργήσουν, ειδάλλως θα αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους και είτε θα αλλαξοπιστήσουν είτε θα στραφούν στην αρνησιθεΐα, στην πραγματικότητα, και με ανόθευτους θεολογικούς όρους, πιστεύουν λιγότερο ακόμα και από τους σεσημασμένους άπιστους· ωφελιμιστική η πίστη τους, κερδοθηρική, εκφυλίζεται σε στυγνή δοσοληψία. Και το ίδιο ακριβώς ισχύει για όσους σπεύδουν να «αποδείξουν» την ανωτερότητα του δικού τους Θεού απέναντι στους Θεούς των άλλων θρησκειών απαριθμώντας θαύματα.

Οπου γης πάντως, και όποια θρησκεία κι αν κυριαρχεί, η λαϊκή πίστη στη θεϊκή θαυματοποιία αποτελεί συστατικό της παράδοσης κάθε τόπου, τη συναντάμε δε ενθουσιωδώς αποτυπωμένη σε πάμπολλες αφηγήσεις, μισό ρεαλιστικές – μισό φανταστικές. Ιστορία και θρύλοι σε μορφή κράματος. Κατά τη θρησκευτική παράδοση, λόγου χάρη, το 1522, όταν η πανούκλα έπληξε τη Ρώμη, οι πιστοί μετέφεραν εν πομπή στη βασιλική του Αγίου Πέτρου ένα ταπεινό σταυρό που βρισκόταν στον ναό του Αγίου Μάρκελλου. Ωσπου να ολοκληρωθεί η λιτανεία, η αρρώστια είχε ξεριζωθεί. Γι’ αυτό και φέτος, τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Πάπας προσκύνησε ειδικά τον σταυρό του Αγίου Μάρκελλου, που μεταφέρθηκε επί τούτου στο Βατικανό: όχι τόσο εις μνήμην του θαύματος όσο με την ελπίδα της επανάληψής του. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, το 1630, η πανώλη χτύπησε την Κέρκυρα. Κατά την παράδοση, το νησί σώθηκε χάρη στον πολιούχο του, τον Αγιο Σπυρίδωνα. Με την ανάμνηση του θαύματος και την προσδοκία της επανάληψής του, την Κυριακή των Βαΐων ο μητροπολίτης της Κέρκυρας Νεκτάριος λιτάνευσε το λείψανο του αγίου μέσα στον ναό, ενώ μέχρι τώρα, η λιτανεία γινόταν κάθε τέτοια μέρα στην πόλη. Πόσο πιθανό είναι άραγε να εισακουστούν οι δεήσεις ενός δεσπότη που παρότρυνε τους πιστούς να ψεύδονται ώστε να μπορούν να εκκλησιάζονται, κοροϊδεύοντας την πολιτεία και τους συνανθρώπους τους και θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τους;

Οταν η προσδοκώμενη θαυματοποιία αφορά μια ανθρώπινη κοινότητα, ένα εθνικό σύνολο, τότε τα γνωρίσματά της προσδιορίζονται υποχρεωτικά από φυλετική μεροληψία. Πολλοί λαοί, άλλωστε, εμφανίζονται βέβαιοι στις αφηγήσεις τους αλλά και στον ίδιο τον εθνικό τους ύμνο ότι τυγχάνουν περιούσιοι και ευλογημένοι, ότι διαθέτουν εκ Θεού ακατάβλητα γονίδια. Επιπλέον, αναρίθμητοι εκκλησιαστικοί ηγέτες έχουν φερθεί σαν προνομιούχοι συνομιλητές του Θεού, και επίσης αναρίθμητοι πολιτικοί ηγεμόνες έχουν πολιτευτεί σαν τοποτηρητές των ουρανίων δυνάμεων στον ταπεινό πλανήτη μας, στρατεύοντας τη θεότητα της επιλογής τους υπό τα εθνικά τους λάβαρα.

Πιθανότατα ο πρώτος λαός που συγκρότησε τη μνήμη και την ιστορία του μέσα από το σχήμα ενός Θεού αποκλειστικά δικού του, εθνικά χρωματισμένου, είναι ο εβραϊκός, όταν σε γειτονικούς του λαούς σαν θεοί λατρεύονταν οι βασιλιάδες. Εν αντιθέσει με την Καινή Διαθήκη και τον γενετικό οικουμενικό χαρακτήρα του αγγέλματός της, η Παλαιά είναι γεμάτη αναφορές σε φονικές μάχες, με τον Γιαχβέ πολεμικότατο, βίαιο, εκδικητικό. Τερπνοί είναι, για παράδειγμα, οι οικείοι μας αρχικοί στίχοι του 67ου Ψαλμού, που τους ακούμε στην αναστάσιμη ακολουθία αμέσως μετά το «Χριστός ανέστη»: «Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν οι μισούντες αυτόν από προσώπου αυτού. Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν· ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού» (παραθέτω από την έκδοση της Αποστολικής Διακονίας, του 1981).

Με τον καπνό και τον κηρό είναι πρόδηλο ότι βρισκόμαστε ακόμα στο πεδίο της μεταφοράς. Επειτα από είκοσι στίχους όμως, στον ίδιο Ψαλμό του Δαβίδ, η αιματηρή κυριολεξία μάς αποσπά βίαια από την ποίηση και μας μετακινεί στον χώρο του σπλάτερ: «Πλην ο Θεός συνθλάσει κεφαλάς εχθρών αυτού, κορυφήν τριχός διαπορευομένων εν πλημμελείαις αυτών. Είπεν Κύριος: Εκ Βασάν επιστρέψω, επιστρέψω εν βυθοίς θαλάσσης, όπως αν βαφή ο πους σου εν αίματι, η γλώσσα των κυνών σου εξ εχθρών παρ’ αυτού».

Δεν νομίζω ότι εδώ χωράει η τετριμμένη δικαιολογία της αλληγορίας. Λεκτικό και εικονοποιία συγκλίνουν στο φονικό και το αίμα. Η επίσημη μετάφραση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, του 2003 (η οποία παρακάμπτει την «κορυφήν τριχός» του πρωτοτύπου ή ίσως βασίζεται σε κείμενο που διαφέρει στο σημείο αυτό), δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: «Ο Θεός το κεφάλι των εχθρών σου συντρίβει, εξοντώνει αυτούς που επιμένουν στις ανομίες τους. Είπε ο Κύριος: “Τους φέρνω πίσω απ’ τη Βασάν· τους φέρνω πίσω από το βυθό της θάλασσας, για να βαφτεί το πόδι σου στο αίμα κι η γλώσσα των σκυλιών σου να ’χει κι αυτή μερίδιο απ’ τους εχθρούς σου”».

Αν είχαν συμπεριληφθεί και αυτοί οι στίχοι του Ψαλμού στα λεγόμενα και ψαλλόμενα του Μεγάλου Σαββάτου, θα (προσ)ευχόμασταν να μην γίνονται ευρύτερα κατανοητοί, για να μη δηλητηριάζεται ένα χαρμόσυνο μήνυμα που, από τη σύστασή του, απευθύνεται στο πανανθρώπινο ακροατήριο. Το σκληρότατο μήνυμά τους θα μπορούσαν να το υιοθετήσουν μόνο οι σταυροφόροι και όσοι «εκπολίτισαν» και «εκχριστιάνισαν» τους αυτόχθονες της αμερικανικής ηπείρου με τη σπάθα και το κοντάρι. Οχι πάντως όσοι χριστιανοί εξακολουθούν (σε πείσμα και πολλών ποιμένων τους) να εννοούν και να βιώνουν τον χριστιανισμό ως οικουμενική θρησκεία αφενός, ως θρησκεία της αγάπης αφετέρου.

Καλό Πάσχα, αγαπητοί.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *