Η βαριά σκιά του 2016 στην Ευρώπη

Ο Τραμπ δυναμίτισε για τα καλά τη διατλαντική συμμαχία, που για παραπάνω από 70 χρόνια υπήρξε πυλώνας της ευρωπαϊκής σταθερότητας. Φωτ. A.P.

Το 2016 ήταν μοιραία χρονιά, ειδικά για την Ευρώπη. Στο ξεκίνημά της, η Μεγάλη Βρετανία ήταν πλήρες μέλος μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) που ακόμη διατηρούσε παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς με την Αμερική του Ομπάμα και συνέχιζε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για μελλοντική ένταξη της τελευταίας στους κόλπους της. Εντούτοις, στη διάρκεια εκείνης της χρονιάς, οι Βρετανοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την Ενωση, ο Ομπάμα αποχώρησε από την αμερικανική προεδρία, ενώ η Τουρκία αποχώρησε από το κλαμπ των δημοκρατικών χωρών. Σήμερα, τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρίσκεται κάτω από τη βαριά σκιά των γεγονότων που προκάλεσε το δραματικό 2016: η Βρετανία βρίσκεται επίσημα πλέον εκτός Ε.Ε., η κυβέρνηση Τραμπ διέκοψε τη στενή στρατηγική συνεργασία με την Ευρώπη, την οποία ρητά θεωρεί «εχθρικό αντίπαλο» της Αμερικής, οι δε σχέσεις ανάμεσα στην Ε.Ε. και στην Τουρκία φαίνεται ότι έχουν διαρραγεί.

Πώς σχετίζονται όλα αυτά τα σημαντικά γεγονότα μεταξύ τους; Και τι σημαίνουν συνολικά για την πορεία της Ευρώπης στο μέλλον; Ας ξεκινήσουμε με μια γρήγορη ματιά από τα ίδια τα γεγονότα.

Το ντόμινο ξεκίνησε με τη Μεγάλη Βρετανία και το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, όπου οι ψηφοφόροι κλήθηκαν να αποφασίσουν μεταξύ της παραμονής ή της εξόδου της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι Εργατικοί τάχθηκαν υπέρ της παραμονής αλλά χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ το Συντηρητικό Κόμμα κράτησε ουδετερότητα, αφού τα στελέχη του παρουσιάστηκαν διχασμένα ως προς τις επιλογές τους. Ο πιο αποτελεσματικός πολιτικός στο στρατόπεδο του Brexit αναδείχθηκε ο Νάιτζελ Φάρατζ που, ως αρχηγός του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ηγήθηκε επιτυχώς της καμπάνιας υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε.

Λίγο αργότερα, στις 15 Ιουλίου, μέρος του τουρκικού στρατού προσπάθησε να ανατρέψει τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν. Οταν εκείνη η προσπάθεια απέτυχε, ο Ερντογάν επέβαλε ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης και επιδόθηκε σε συστηματικές διώξεις των αντιπάλων του στον στρατό, στη διοίκηση, στη Δικαιοσύνη και στα ΜΜΕ της Τουρκίας. Επίσης προκάλεσε συνταγματική μεταρρύθμιση με σαφή ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας και άρχισε να παραβιάζει συστηματικά τα ανθρώπινα και άλλα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, την ελεύθερη έκφραση και τον πολιτικό πλουραλισμό.

Το τρίτο επεισόδιο που διαδραματίστηκε προς το τέλος του 2016 ήταν η (απρόβλεπτη) εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής. Επειτα από μια προεκλογική εκστρατεία που βυθίστηκε σε πολιτικό βούρκο, ο Τραμπ εκμεταλλεύθηκε τον θυμό των λευκών συντηρητικών Αμερικανών προς το κατεστημένο και υποσχέθηκε να ξανακάνει την Αμερική «μεγάλη». Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ είχε ήδη ξεκινήσει μια ολομέτωπη επίθεση στους θεσμούς της αμερικανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας επιχειρώντας έτσι να καθιερώσει ένα νέο, ανελεύθερο πολιτικό σύστημα.

Στον απόηχο των γεγονότων του δραματικού 2016, πολλοί αναλυτές σε όλο τον κόσμο βιάστηκαν να βάλουν τους Φάρατζ, Ερντογάν και Τραμπ στο ίδιο τσουβάλι, πάνω στο οποίο έβαλαν φαρδιά-πλατιά την ταμπέλα «λαϊκισμός». Λίγοι μόνο αντιλήφθηκαν ότι τα τρία παραπάνω γεγονότα ήταν μεταξύ τους εντελώς διαφορετικά: στη Βρετανία, ένας εθνικιστής ηγέτης έκανε μια πετυχημένη καμπάνια για την έξοδο της χώρας του από την Ε.Ε. Στην Τουρκία, ένας αυταρχικός αρχηγός κράτους κατέλυσε με βίαιο τρόπο τον δημοκρατικό πλουραλισμό. Ενώ μόνο η περίπτωση της Αμερικής ήταν σε αντιστοιχία με τη θεωρία του λαϊκισμού, αφού o σημερινός της πρόεδρος αποτελεί κλασική περίπτωση (προς το παρόν τουλάχιστον) δημοκρατικού αλλά και ανελεύθερου ηγέτη (δες σχετικά το άρθρο μου «Λαϊκισμός και θεσμοί» στην «Κ» της 30ής Μαΐου 2020).

Ποια είναι όμως η σημασία όλων των παραπάνω γεγονότων για την Ευρωπαϊκή Ενωση; Ακριβώς επειδή τα τρία γεγονότα είναι διαφορετικά, καθένα από αυτά παράγει και διαφορετικές –πάντοτε όμως αρνητικές– πολιτικές συνέπειες.

Το Brexit, πρώτα, κατέδειξε με καθαρότητα τις αδυναμίες και τα όρια της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Βρετανία αποχώρησε επίσημα από την Ε.Ε. τον Ιανουάριο του 2020 και από τότε τα δύο μέρη βρίσκονται σε διαδικασία προσδιορισμού μιας καινούργιας εταιρικής σχέσης με νέες προβλέψεις, για θέματα που εκτείνονται από τις διασυνοριακές συναλλαγές, το εμπόριο και την ασφάλεια έως τα δικαιώματα των πολιτών, την εκπαίδευση και την έρευνα.

Ο Τραμπ, κατόπιν, δυναμίτισε για τα καλά τη διατλαντική συμμαχία που, για παραπάνω από 70 χρόνια, υπήρξε πυλώνας της ευρωπαϊκής σταθερότητας. Χαρακτήρισε το Brexit «κάτι θαυμάσιο», προτρέποντας μάλιστα κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες να ακολουθήσουν το βρετανικό παράδειγμα. Διαφώνησε με τη Συμφωνία του Παρισίου για το Κλίμα, επιτέθηκε ανοικτά στο ΝΑΤΟ, απειλεί την Ευρώπη με εμπορικό πόλεμο, ενώ υποστηρίζει αυταρχικούς ηγέτες, όπως τον Πούτιν και τον Ερντογάν. Με τις διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική συνεχώς να βαθαίνουν, η επιλογή της Κίνας ως νέου στρατηγικού και οικονομικού εταίρου φαντάζει για την Ε.Ε. όλο και πιο ρεαλιστική αν και ριψοκίνδυνη.

Η Τουρκία, τέλος, έχει εξελιχθεί σε ένα τυπικά αυταρχικό καθεστώς, όπου το κράτος δικαίου στο εσωτερικό ατροφεί ενώ η εθνικιστική επιθετικότητα προς το εξωτερικό αυξάνεται. Εκτός από τις επιχειρήσεις της στη Συρία, έχει ισχυρή στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, την οποία και χρησιμοποιεί για τον επανακαθορισμό των θαλάσσιων συνόρων στην Ανατολική Μεσόγειο. Καθώς η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. σήμερα μοιάζει παραπάνω από απίθανη, η τουρκική ηγεσία δεν διστάζει να προκαλεί την Ε.Ε., την οποία χαρακτηρίζει «αποτυχημένο οργανισμό», ιδίως λόγω της αντιμετώπισης της πανδημίας. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί απλώς επιβεβαιώνει το μεγάλο χάσμα που έχει ανοίξει ανάμεσα στην κοσμική και δημοκρατική Ε.Ε. από τη μια πλευρά και την ισλαμική και αυταρχική Τουρκία από την άλλη.

Εως το 2016, τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση προέρχονταν κυρίως από το εσωτερικό της, όπως, για παράδειγμα, οι διαφορές ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και εκείνες του Νότου, η αντιμετώπιση οικονομικών κρίσεων, ο συνταγματικός χαρακτήρας της Ενωσης, η ενδυνάμωση του κράτους δικαίου, ο κυβερνών λαϊκισμός σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ουγγαρία. Μετά το 2016, όμως, πολλά από τα σοβαρότερα νέα προβλήματα της Ε.Ε. έχουν πλέον εξωγενή χαρακτήρα. Η αποχώρηση της Βρετανίας αποτελεί την ισχυρότερη έως τώρα εκδήλωση εθνικιστικού αντιευρωπαϊσμού, μπορεί δε να βρει κι άλλους μιμητές. Η προεδρία Τραμπ έχει καταστήσει την Αμερική αντίπαλο της Ευρώπης καθώς και του φιλελεύθερου πολιτικού μοντέλου που αυτή εκπροσωπεί. Η ολοένα και πιο επιθετική «νέα Τουρκία» ήδη δοκιμάζει σε υψηλό βαθμό τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, η Ε.Ε. έχει μάθει με τον καιρό να λύνει τα εσωτερικά της προβλήματα, πράγμα που απέδειξε και η πρόσφατη συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης. Τώρα όμως έχει έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει και τα εξωτερικά προβλήματα, πολλά από τα οποία εμφανίστηκαν μόλις πρόσφατα και έκτοτε έχουν πάρει απειλητικές διαστάσεις. Η Ευρώπη πρέπει να βγει από τη βαριά σκιά που το 2016 ρίχνει ακόμη επάνω της προς το φως της επόμενης δεκαετίας.

* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *