Η Τήνος και οι ανυποψίαστοι του πόνου

Θυμάμαι ακόμη τους απαξιωτικούς μορφασμούς πολλών από εμάς όταν το πλοίο «έπιανε» Τήνο. Μιλάμε για τη δεκαετία του ’90, πολύ πριν αυτό το ξεχωριστό νησί των Κυκλάδων γνωρίσει τη σημερινή του δημοτικότητα. Η Τήνος είχε καταγραφεί μέσα μας ως το «νησί της Παναγιάς» και του Δεκαπενταύγουστου, κι όταν λέγαμε «Δεκαπενταύγουστος» το μυαλό πήγαινε αμέσως στο προσκύνημα των απελπισμένων από το λιμάνι μέχρι τον ναό της Ευαγγελίστριας. Αλλά ήμασταν νέοι, δεν είχαμε γνωρίσει στη μικρή μας ζωή σκληρά χτυπημένα από τη μοίρα παιδιά, χαροκαμένες μανάδες, πρόσωπα παραμορφωμένα από τον πόνο και τα βάσανα.

Αλλά ας πούμε ότι ήμασταν 25 και είχαμε το άλλοθι της νεότητας. Και παρατηρώ με μεγάλη χαρά ότι αυτή η υπεροπτική και απάνθρωπη προσέγγιση του προσκυνήματος της Παναγιάς της Τήνου υποχωρεί χρόνο με τον χρόνο. Γιατί υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής όχι μόνο στους εικοσιπεντάρηδες αλλά διαχρονικά σε ένα σεβαστό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας και υποτίθεται στο πιο «καλλιεργημένο» και στο πιο «κοσμοπολίτικο». Γιατί η Τήνος, φιλτραρισμένη πάντα μέσα από το δυστοπικό φολκλόρ του Δεκαπενταύγουστου, ήταν εύκολος στόχος για τους γεννημένους νικητές: πόσο αφελείς και πόσο αγράμματοι θα πρέπει να ήσαν (να είναι) όλοι αυτοί που εναπόθεταν (εναποθέτουν) την ελπίδα για τη γιατρειά του παιδιού τους σε μια εικόνα;

Για να αποτολμήσεις μια τέτοια ερώτηση που μαρτυρά βαθιά άγνοια της ανθρώπινης κατάστασης ένα πράγμα μπορεί να συμβαίνει: η καλή σου τύχη και τα καλά σου γονίδια σε προστάτεψαν από τη βαναυσότητα της ζωής, από τις πιο αποτρόπαιες πλευρές της. Μόνο ένας ανυποψίαστος του πόνου (ή ένας εκ γενετής κακόψυχος) μπορεί να έχει αυτές τις υψηλές απορίες. Αλλά το έχει γράψει πολύ καλύτερα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στην αριστουργηματική (και βιωματική) του κατάθεση «Η αδελφή μου» (εκδ. Πόλις): «Μου γυρίζουν πάντα τα άντερα διάφοροι αγέρωχοι προοδευτικοί που χλευάζουν αυτούς τους απελπισμένους ανθρώπους που σέρνονται στα γόνατα γυρεύοντας τη γιατρειά τους, όλοι αυτοί που αισθάνονται ανώτεροι από τη μάνα εκείνη που έχει κάνει τούτο το τάμα, για να σταθεί στα πόδια του το παράλυτο παιδί της. Περπατώντας με το κεφάλι ψηλά στη λεωφόρο της Προόδου, δεν προλαβαίνουν να κοντοσταθούν και να αναρωτηθούν τι πόνος μπορεί να δέρνει αυτούς τους ανθρώπους». Και κάπου εδώ σταματάει οποιαδήποτε βαθυστόχαστη ανάλυση περί του θέματος.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *