Με την ενέργεια σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις της να αποτελεί κορυφαίο κοινωνικό αγαθό και ισάξιο σε ένα βαθμό με την υγεία (αφού η στέρησή της υποσκάπτει άμεσα και απόλυτα το όποιο υγειονομικό και κοινωνικό σύστημα), η εξασφάλιση και αδιάλειπτη παροχή της αποτελεί άμεση προτεραιότητα και είναι στρατηγικής σημασίας για την οικονομία και την εθνική ασφάλεια. Υπό αυτή την έννοια, η χώρα μας έχει υποχρέωση, πέρα από τα όποια σχέδια, στόχους και δεσμεύσεις της Ε.Ε., να είναι σε θέση να οργανώσει και να εφαρμόσει τη δική της ενεργειακή πολιτική, η οποία θα αποβλέπει στην καλύτερη δυνατή (δηλαδή άνετη και ασφαλή τροφοδοσία με ανταγωνιστικό κόστος) εξυπηρέτηση των αναγκών της και τη διασφάλιση της τροφοδοσίας της με τα απαραίτητα καύσιμα είτε αυτά αφορούν τους υδρογονάνθρακες είτε τον ηλεκτρισμό.

Σήμερα και μετά πολλά χρόνια προσπαθειών για την εκμετάλλευση των εγχώριων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), το ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας (δηλαδή η συνολική παροχή πρωτογενούς ενέργειας, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΕΑ του 2018) εξακολουθεί να κυριαρχείται (κατά 46%) από το πετρέλαιο που το εισάγουμε αποκλειστικά με ένα ετήσιο κόστος που ξεπερνάει τα 5 δισ. ευρώ. Το υπόλοιπο μέρος του ενεργειακού ισοζυγίου καλύπτεται από το φυσικό αέριο (18%) που, επίσης, εισάγουμε εξ ολοκλήρου, τις ΑΠΕ (13%), τον ηλεκτρισμό (3%) και τον λιγνίτη (20%) που χρησιμοποιείται κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή. Και ενώ μέχρι πρότινος η παραγωγή ηλεκτρισμού αποτελούσε μια καθαρά ελληνική υπόθεση, με το μεγαλύτερο μέρος του να παράγεται από τον εγχώριο λιγνίτη και τα υδροηλεκτρικά με μικρή χρήση ΑΠΕ, η κατάσταση τους τελευταίους 18 μήνες έχει αλλάξει άρδην.

Με το κόστος της λιγνιτικής παραγωγής να έχει ανατιμηθεί σημαντικά λόγω του υψηλού κόστους των ρύπων και υπό την πίεση των Βρυξελλών για απανθρακοποίηση, η συμμετοχή του στο ηλεκτροπαραγωγικό μείγμα το α΄ τετράμηνο του 2020 μειώθηκε στο 13%, με το υπόλοιπο να κατανέμεται ανάμεσα στο εισαγόμενο φυσικό αέριο (33%), τις ΑΠΕ (28%), τα υδροηλεκτρικά (4%) και τις εισαγωγές ηλεκτρισμού από τις γειτονικές χώρες (22%). Ενώ επί σειράν ετών οι εισαγωγές ήταν ελάχιστες (5%-8%) και κάλυπταν κυρίως εποχικές ανάγκες και φορτία εξισορρόπησης του συστήματος, σήμερα αυτές έχουν κορυφωθεί καθότι συμφέρουν οικονομικά.

Εάν θεωρήσουμε τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου μαζί με αυτές των εισαγωγών ηλεκτρισμού, ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης της χώρας έχει κυριολεκτικά εκτοξευθεί, έτσι που σήμερα να υπερβαίνει το 75% και να θεωρείται από τους υψηλότερους στην Ε.Ε., με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 54%. Με την Ελλάδα να έχει λάβει τη συνειδητή απόφαση να στραφεί στο φυσικό αέριο ως το καύσιμο που θα χρησιμοποιηθεί την περίοδο της ενεργειακής μετάβασης, αντικαθιστώντας τον λιγνίτη, η χρήση του οποίου, βάσει κυβερνητικού σχεδιασμού, προβλέπεται να έχει μηδενισθεί μέχρι το 2028, έχουμε κάθε λόγο να επιθυμούμε την αξιοποίηση των αξιόλογων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που έχουν εντοπισθεί στον ελλαδικό χώρο.

Χάρη στην προεργασία που έχει γίνει από το 2011 και εντεύθεν, όταν έγινε η επανέναρξη στην ερευνητική προσπάθεια (βλέπε Ν. 4001/2011), υπάρχουν σήμερα 11 νέες παραχωρήσεις σε ηπειρωτικές και θαλάσσιες περιοχές επιπλέον αυτής του Πρίνου. Βάσει των σεισμικών ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί, έχουν εντοπισθεί συγκεκριμένες και πολλά υποσχόμενες γεωλογικές δομές που αντιστοιχούν σε κοιτάσματα με εκτιμώμενο συνολικό δυναμικό της τάξεως των 19,5 δισ. ισοδύναμων βαρελιών πετρελαίου, μεγάλο μέρος των οποίων αφορά φυσικό αέριο (υπολογίζεται άνω του 1,5 τρισ. κυβικών μέτρων αερίου) όταν η Ελλάδα σήμερα εισάγει 5 δισ. κυβ. μέτρα και πολύ σύντομα εκτιμάται ότι θα καταναλώνει 10 δισ. κυβ. μέτρα. Με τις παραχωρήσεις να έχουν αναληφθεί, βάσει συμβάσεων, από μερικές από τις μεγαλύτερες διεθνείς εταιρείες (ExxonMobil, Total, Repsol) και με τη συμμετοχή στις κοινοπραξίες των ΕΛΠΕ και της Energean, υπάρχουν πολύ σοβαρές πιθανότητες οι έρευνες, που θα πρέπει να επιταχυνθούν όσο είναι καιρός, να οδηγήσουν στον εντοπισμό σημαντικών και εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων.

Η εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων, ειδικά αυτών στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης, θα είναι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ικανή να ικανοποιήσει πλήρως όχι μόνο τις εγχώριες ανάγκες αλλά και να γίνουν εξαγωγές στις ευρωπαϊκές αγορές, βοηθώντας στη διαφοροποίηση της προμήθειας της Ε.Ε.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει σήμερα κάθε δυνατότητα να χαράξει τη δική της ενεργειακή πολιτική, απόλυτα εναρμονισμένη με αυτήν της Ε.Ε., αλλά δίδοντας έμφαση στην ανάπτυξη των εγχώριων ενεργειακών πηγών, με βασικό άξονα τις ΑΠΕ και το φυσικό αέριο, έτσι ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να μπορέσει να ανακτήσει πρωτοβουλία κινήσεων και να μειώσει την επικίνδυνα υψηλή ενεργειακή της εξάρτηση. Οπως και με την κρίση του κορωνοϊού έτσι και η υπόθεση της ενέργειας αποτελεί εθνική προτεραιότητα, η οποία πρέπει να συσπειρώσει τις πολιτικές δυνάμεις και την επιστημονική κοινότητα, ώστε η χώρα να μπορέσει να αξιοποιήσει το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτει, καθιστώντας την ενέργεια παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης (εξασφαλίζοντας άφθονη και φθηνή ενέργεια) και πυλώνα της εθνικής ασφάλειας.

* Πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ).

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *