Στα επενδυτικά ραντάρ μπαίνει ξανά η Ελλάδα, με τους ξένους επενδυτές να θεωρούν τη χώρα ελκυστικό προορισμό για τις επενδύσεις τους. Ωστόσο, η ύπαρξη ακόμη πολλών ανασταλτικών παραγόντων, από την υψηλή φορολογία έως την καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης και το χαμηλό επίπεδο έρευνας και ανάπτυξης, έχει ως αποτέλεσμα να επιλέγεται για επενδύσεις κυρίως από επιχειρήσεις που ήδη δραστηριοποιούνται στη χώρα και επομένως έχουν μάθει την ελληνική νοοτροπία και τις αγκυλώσεις της δημόσιας διοίκησης. Ακόμη πιο ανησυχητικό ίσως είναι ότι η πρόθεση για επενδύσεις είναι μεν αυξημένη, αλλά εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε σχέδια χαμηλού προϋπολογισμού και κυρίως περιορισμένης προστιθέμενης αξίας.

Σύμφωνα, λοιπόν με έρευνα που πραγματοποίησε η ΕΥ Ελλάδος και παρουσιάστηκε χθες από τον διευθύνοντα  σύμβουλό της κ. Παναγιώτη Παπάζογλου, το 47% των επενδυτών θεωρεί ότι η εικόνα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο, ενώ πολύ υψηλότερο ποσοστό, 76%, εκτιμά ότι θα βελτιωθεί περαιτέρω την επόμενη τριετία. Σε τι βαθμό, όμως, η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας πρόκειται να μετουσιωθεί και σε πραγματικές επενδύσεις; Βάσει της έρευνας το 30% των επενδυτών που συμμετείχαν στην έρευνα της EY προτίθεται να προχωρήσει σε νέες επενδύσεις στην Ελλάδα ή να επεκτείνει τις υφιστάμενες δραστηριότητές του εδώ. Πρόκειται για ποσοστό πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (27%) και υψηλότερο από χώρες που κατάφεραν τα τελευταία χρόνια να προσελκύσουν επενδύσεις, έπειτα από την έξοδό τους από πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως είναι για παράδειγμα η Πορτογαλία (25%) ή από χώρες με ισχυρές οικονομίες, όπως η Γερμανία (23%).

To ζήτημα, βεβαίως, που πρωτίστως πρέπει να απασχολεί τους αρμοδίους είναι όχι γιατί θα επενδύσει στην Ελλάδα το 30%, αλλά για ποιους λόγους δεν θα επενδύσει το υπόλοιπο 70%. Φορολογία, γραφειοκρατία, δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση είναι κυρίως οι τομείς εκείνοι που καθιστούν την Ελλάδα «αντιδημοφιλή» επενδυτικό προορισμό. Μόλις το 20% θεωρεί τη φορολογία των επιχειρήσεων που ισχύει στην Ελλάδα ελκυστική για επενδύσεις. Το 76% όσων δραστηριοποιούνται ήδη στην Ελλάδα, δεν θεωρεί τη χώρα ελκυστική για επενδύσεις, ενώ εξαιρετικά αρνητικά αντιμετωπίζουν το ζήτημα αυτό πολύ μεγάλες επιχειρήσεις του δείγματος (με τζίρο άνω του 1,5 δισ. ευρώ). Μάλιστα, όπως σημείωσε ο κ. Παπάζογλου, ενώ ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων είναι 28%, φτάνει τελικά να διαμορφώνεται ακόμη και στο 35%, όταν οι εταιρείες υφίστανται φορολογικό έλεγχο, υπονοώντας στην πραγματικότητα τις περίφημες «λογιστικές διαφορές». Για να αντιληφθεί κάποιος το συγκριτικό μειονέκτημα της Ελλάδας στο ζήτημα της φορολογίας, από άποψης όχι μόνο ύψους συντελεστών, αλλά και πολυπλοκότητας και πολυνομίας, στην έρευνα επισημαίνεται ενδεικτικά ότι η φορολογία θεωρείται ελκυστική στην Ολλανδία από το 62% των επενδυτών.

Μόλις το 27% θεωρεί την Ελλάδα ελκυστική με κριτήριο το γραφειοκρατικό και διοικητικό περιβάλλον, με τις αρνητικές απόψεις να είναι και πάλι υψηλότερες μεταξύ όσων έχουν ήδη παρουσία στην Ελλάδα (69%). Μάλιστα το εν λόγω κριτήριο συγκέντρωσε τις περισσότερες αρνητικές απαντήσεις του συνόλου του δείγματος (67%), τόσο δηλαδή μεταξύ επενδυτών που βρίσκονται στην Ελλάδα όσο και μεταξύ αυτών που δεν βρίσκονται. «Τα ποσοστά αυτά θα πρέπει να μας προβληματίσουν ιδιαίτερα, καθώς φαίνεται πως αποτελεί σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα για τους επενδυτές», επισημαίνει η EY.

Κορυφαίο πλεονέκτημα της χώρας, από την άλλη, αναδεικνύεται η ποιότητα ζωής με το 83% να θεωρεί τη χώρα ελκυστικό επενδυτικό προορισμό με βάση αυτό το κριτήριο. Ωστόσο, δεν αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, καθώς στην Ολλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 88%, στην Πορτογαλία 90%, στο Ηνωμένο Βασίλειο 83%. Με άλλα λόγια, η ποιότητα ζωής δεν προσδιορίζεται μόνο από την καλοκαιρία, τη θάλασσα και τις πολλές δυνατότητες διασκέδασης, αλλά και από τη διευκόλυνση των ανθρώπων στην καθημερινότητά τους, από το πόσο απλές είναι οι συναλλαγές τους με το Δημόσιο έως τη συνέπεια των δρομολογίων των μέσων μαζικής μεταφοράς. 

Χαμηλής αξίας ο σχεδιασμός για τον επόμενο χρόνο

Ελκυστική, υπό όρους, η Ελλάδα σε επενδυτές
Tο 69% των ερωτηθέντων ανέφερε τον τουρισμό ως τον πλέον δυναμικό κλάδο για την ανάπτυξη της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η EY, εξάρτηση της οικονομίας σε αυτόν τον βαθμό, από έναν μόνο τομέα είναι επικίνδυνη.

«Η χώρα χρειάζεται ένα επενδυτικό τσουνάμι», υποστήριξε χθες ο επικεφαλής της ΕΥ Ελλάδος, Π. Παπάζογλου. Και μπορεί η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού να είναι αναμφίβολα ενθαρρυντική, το είδος όμως των επενδύσεων που σχεδιάζονται, τουλάχιστον με ορίζοντα την επόμενη χρονιά, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά μέτριος κυματισμός.

Σύμφωνα με την έρευνα, από το 30% που δήλωσαν ότι σχεδιάζουν να αναπτύξουν ή να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα κατά τον επόμενο χρόνο, τα επενδυτικά σχέδια αφορούν κυρίως γραφεία πωλήσεων και μάρκετινγκ σε ποσοστό 40%, και ακολουθεί με μεγάλη διαφορά ο κλάδος της εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) με 19%, ενώ την τρίτη θέση με 13% καταλαμβάνουν οι υποστηρικτικές υπηρεσίες (back office).

Οι επενδύσεις στη βιομηχανία βρίσκονται στον σχεδιασμό μόλις για το 9%, για την έρευνα και ανάπτυξη στο 8% και τα κέντρα εκπαίδευσης στο 2%.

Ενδεικτικά στην Πορτογαλία οι επενδύσεις σε γραφεία πωλήσεων και μάρκετινγκ βρίσκονται στον σχεδιασμό για το 32% των επενδυτών που πρόκειται να δραστηριοποιηθούν στη χώρα αυτή το 2020, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες προσελκύουν μόλις το 2%, ενώ σε αντίθεση με την Ελλάδα η βιομηχανία στην Πορτογαλία συγκεντρώνει ποσοστό 29%. Πολύ υψηλότερο είναι το ποσοστό των σχεδιαζόμενων επενδύσεων για έρευνα και ανάπτυξη στην Πορτογαλία (12%) ή στην Ολλανδία (15%) σε σύγκριση με την Ελλάδα. Με άλλα λόγια, αν και αναμένεται αύξηση των επενδύσεων και δη των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, για την ώρα τουλάχιστον φαίνεται να υπερτερούν οι επενδύσεις χαμηλής αξίας έναντι αυτών που είναι έντασης κεφαλαίου και υψηλής τεχνολογίας.

Εάν επιβεβαιωθούν οι παραπάνω εκτιμήσεις, στην πραγματικότητα θα έχουμε εν μέρει επανάληψη του σκηνικού που βίωσε η χώρα και στη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης. Από την έρευνα της EY προκύπτει ότι το 60% των επενδύσεων στην Ελλάδα, την περίοδο 2009-2018, αφορούσε γραφεία πωλήσεων και μάρκετινγκ (με το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη να είναι 45%), το 20% αφορούσε τη βιομηχανία (27% στην Ευρώπη), ενώ υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι το ποσοστό των επενδύσεων που αφορούσαν τα logistics (11% στην Ελλάδα έναντι 8% στην Ευρώπη).

Από την έρευνα της ΕΥ προκύπτει ένα ακόμη ανησυχητικό στοιχείο: οι εδραιωμένες αντιλήψεις των επενδυτών για τα όρια των δυνατοτήτων, αντιλήψεις όχι άσχετες με την πραγματικότητα, δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα, ανασταλτική για την υλοποίηση επενδύσεων σε νέους, δυναμικούς κλάδους. Ειδικότερα, το 69% των ερωτηθέντων ανέφερε τον τουρισμό ως τον πλέον δυναμικό κλάδο για την ανάπτυξη της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια. Πράγματι ο τουρισμός είναι από τους λίγους κλάδους που αναπτύσσονται με αυξημένους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, ενώ οι προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη είναι ουσιαστικές, ιδιαιτέρως εάν βελτιωθούν οι υποδομές. «Ωστόσο, η ολοκληρωτική κυριαρχία του τομέα του τουρισμού μεταξύ των εκτιμήσεων των επενδυτών είναι ανησυχητική. Η εξάρτηση της οικονομίας σε αυτόν τον βαθμό, από έναν μόνο τομέα είναι επικίνδυνη, ιδιαίτερα όταν αυτός είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε πιθανές αρνητικές εξελίξεις σε γεωπολιτικό επίπεδο ή σε φυσικές και οικολογικές καταστροφές», επισημαίνει η ΕΥ. Σύμφωνα με την έρευνα, τομείς στους οποίους πρέπει να βασισθεί η αναπτυξιακή προσπάθεια και να καταστεί η χώρα ανταγωνιστική στο διεθνές περιβάλλον, είναι τα logistics, η ενέργεια, η φαρμακοβιομηχανία, ο αγροτικός τομέας, ο τομέας της τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και της καθαρής τεχνολογίας (π.χ. διαχείριση απορριμμάτων). 

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *