Στο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο, υπάρχει ένα στοιχείο που ξένισε ακόμη και όσους δεν έχουν ειδικές γνώσεις σε ζητήματα μέσης εκπαίδευσης. Είναι η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας από τα Λατινικά στις Πανελλαδικές Εξετάσεις της Ομάδας Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Αφού πρόκειται εδώ για τη δημόσια εκπαίδευση, αρμόζει μία προσέγγιση αποκλειστικά πρακτική και ωφελιμιστική, χωρίς άλλες ιδεολογικές προτιμήσεις ή προκαταλήψεις. Οποιος θεωρεί τα Λατινικά για κάποιον λόγο απαραίτητα στη μέση εκπαίδευση, είναι ελεύθερος να τα διδάσκει σε ιδιωτικό σχολείο ή φροντιστήριο. Ακόμη και στη δημόσια εκπαίδευση θα μπορούσαν να προσφέρονται ως μάθημα επιλογής. Ελάχιστοι, πάντως, θα χρειαστεί αργότερα να διαβάζουν λατινικά κείμενα, ως φιλόλογοι ή ιστορικοί ορισμένων ειδικοτήτων.

Για εμάς τους άλλους, όμως, τι χρειάζονται σήμερα τα Λατινικά; Προσωπικά, ως άνθρωπος που ανέκαθεν θεωρήθηκε… sui generis (ιδιόρρυθμος), ομολογώ ανενδοίαστα ότι πάντοτε απολάμβανα τις λατινικές εκφράσεις – και στο διάβασμα και στο γράψιμο. Η πρώτη που θυμάμαι ήταν σε ένα διήγημα στο «Ελληνόπουλο» (το παιδικό περιοδικό που διαδέχθηκε την περίφημη «Διάπλαση των Παίδων»). Η έκφραση «μιζεράμπιλε βίζου» (miserabile visu, αξιολύπητο θέαμα) μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα, χωρίς ακόμη να γνωρίζω την προέλευσή της από την «Αινειάδα» (1.102). Ισως επειδή αναφερόταν σε ένα άτακτο παιδί που ονομαζόταν «Θράσος» (από το Θρασύβουλος).

Λατινικές εκφράσεις μάθαμε βέβαια και στη Νομική. Εξακολουθούν και σήμερα να χρησιμοποιούνται στη νομική γλώσσα, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Παρεμβάσεις τρίτων σε μία δίκη έχουν εκεί τον χαρακτηρισμό «amicus curiae» («φίλος του δικαστηρίου»).

Πόσες όμως μπορεί να είναι όλες αυτές οι λατινικές εκφράσεις που βρίσκονται σήμερα σε κοινή χρήση, τόσο στα νομικά όσο και γενικότερα; Ασφαλώς όχι περισσότερες από 100 – maximum! Μπορεί κάποιος εύκολα να τις μάθει από λεξικό, χωρίς να μάθει λατινικά. Οπως μπορεί να μάθει γαλλικές εκφράσεις χωρίς να μάθει γαλλικά, ιταλικές χωρίς να μάθει ιταλικά κ.ο.κ. Δεν ισχύει, εξάλλου, το κοινότοπο επιχείρημα ότι βοηθούν τάχα τα λατινικά για να μάθει κάποιος ύστερα μία από τις λατινογενείς γλώσσες.

Ενώ τα Λατινικά δεν μας χρειάζονται ως υποχρεωτικό μάθημα, μας χρειάζεται ασφαλώς και επειγόντως η καθαρεύουσα. Μας χρειάζεται δηλαδή η εκμάθηση της γραμματικής και του συντακτικού της, επειδή απλούστατα συνεχίζουμε να τη χρησιμοποιούμε, χωρίς όμως να την έχουμε ποτέ διδαχθεί. Οι φανατικοί που δαιμονοποίησαν την καθαρεύουσα φαντάστηκαν ότι θα ξεμπέρδευαν μ’ αυτήν αν απλώς αντέστρεφαν τους όρους. Αν, δηλαδή, την εξόριζαν από την εκπαίδευση και την ωθούσαν στην «παρανομία», ακριβώς όπως είχαν κάνει οι υποστηρικτές της, καταδιώκοντας τη δημοτική. Την ιστορική ευκαιρία πρόσφερε η γελοιοποίηση και απαξίωση της καθαρεύουσας από την τελευταία δικτατορία και προπαντός από τα ακατάσχετα παραληρήματα του Παπαδόπουλου. Μετά, κανείς δεν τολμούσε να φέρει αντίρρηση στον πλήρη εξοβελισμό της από την εκπαίδευση το 1976. Είναι όμως πάντα μαζί μας…

Η καθαρεύουσα δημιουργήθηκε αρχικά ως γέφυρα με το απώτερο παρελθόν. Σήμερα πια μας χρειάζεται ως γέφυρα ακόμη και με το πρόσφατο παρελθόν. Θυμάμαι το σοκ που ένιωσα όταν οι πρώτοι φοιτητές που δεν την είχαν διδαχθεί μου είπαν «Μα αυτό είναι στην καθαρεύουσα, κύριε», σαν να επρόκειτο για αρχαίο κείμενο. Επρόκειτο όμως για ομιλία του Ελευθερίου Βενιζέλου (ή ίσως για άρθρο του Γ. Α. Βλάχου σ’ αυτές τις στήλες). Αλλο σοκ ήταν η είδηση ότι μεταφράζονται ή, κομψότερα, «μεταγλωττίζονται» στη δημοτική ο Παπαδιαμάντης και ο Ροΐδης. Αν πρόκειται να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της Ανεξαρτησίας, από αυτά θα παραμένουν ξένη χώρα τουλάχιστον τα 150 χωρίς την καθαρεύουσα…

Αλλωστε, μολονότι επίσημα ξορκισμένη και εξορισμένη, η καθαρεύουσα ποτέ δεν έλειψε από την επιστημονική και την τεχνική γλώσσα σε πολλούς τομείς, ούτε από την επικοινωνία – ακόμη και των ραδιοταξί! Παραμένει ασυναγώνιστη, επειδή συνδυάζει την ακρίβεια, τη σαφήνεια και τη συντομία σε βαθμό που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει η δημοτική. Αυτή είναι αναπόφευκτα πιο περιφραστική.

Οχι μόνο στην επιστημονική και την τεχνική γλώσσα, αλλά και γενικότερα εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε καθημερινά πλήθος από λέξεις και εκφράσεις της καθαρεύουσας. Ακόμη και ταυτισμένα με τον δημοτικισμό λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας τις περιλαμβάνουν, συχνά με την ένδειξη «λόγιο». (Βρίσκεις, βέβαια, και μερικούς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πια το «συμπίπτω», αλλά μόνο το «συμπέφτω»!)

Νομίσαμε ότι λύσαμε επιτέλους το γλωσσικό ζήτημα κλειδώνοντας την «επάρατη» καθαρεύουσα στο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας». Ομως το γλωσσικό ζήτημα επέστρεψε με πιο περίπλοκη μορφή. Δεν μαθαίνουμε τη σωστή χρήση της δημοτικής, μετά την επικράτησή της. Τη χρησιμοποιούμε λανθασμένα, ενώ λέξεις και εκφράσεις της καθαρεύουσας τις χρησιμοποιούμε κι αυτές λανθασμένα – ακόμη κι όταν δεν είναι απαραίτητες. (Γιατί π.χ. να μιλάμε όχι για «αρρώστους» αλλά για «νοσούντες», όταν μάλιστα δεν γνωρίζουμε πώς κλίνεται αυτή η μετοχή;). Η διαφορά είναι ότι τη δημοτική τη μαθαίνουμε πλημμελώς, ενώ την καθαρεύουσα καθόλου. Αυτό χρειάζεται επειγόντως να αλλάξει!

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *