Ο άφραγκος γλεντζές και το πρώτο τραπέζι πίστα

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, της 27ης Σεπτεμβρίου 1967, ένας καλοβαλμένος άνδρας πέρασε το κατώφλι γνωστού νυχτερινού κέντρου της Βόρειας Ελλάδας.

Γράφει η Μαρία Ζαχαροπούλου

Έκανε νόημα στον μετρ και ζήτησε πρώτο τραπέζι πίστα. Λίγα λεπτά αργότερα, ο άνδρας καθόταν στο τραπέζι που ζήτησε και μια από τις τραγουδίστριες του κέντρου του χαμογέλασε και κάθισε μαζί του.

«Εγώ δεν πληρώνω τσαγάκια» είπε ο άνδρας στο γκαρσόνι, που πλησίασε για να πάρει παραγγελία, και εκείνος κατάλαβε πως ο νέος πελάτης δε… σήκωνε και πολλά-πολλά.

«Ξέρετε το ουίσκι είναι βαρύ» σχολίασε η όμορφη τραγουδίστρια για να δει τον άνδρα να στρέφεται προς το γκαρσόνι και να του λέει: «σαμπάνια τότε…». Το γκαρσόνι έσπευσε να εξυπηρετήσει τον καλό πελάτη. Μαζί με την σαμπάνια έφτασαν στο τραπέζι και εκλεκτά εδέσματα. Το κέφι άναψε και λίγο αργότερα ο νεαρός πελάτης αποφάσισε πως δεν του άρεσε η σαμπάνια και ξαναφώναξε το γκαρσόνι.

ΠΙΣΤΑ

Αυτή τη φορά ζήτησε το ακριβότερο κρασί το οποίο δεν άργησε να φτάσει. Οι ώρες περνούσαν ο νεαρός ήρθε στο τσακίρ κέφι. Χόρεψε ζεϊμπέκικο και συνόδευσε την γοητευτική τραγουδίστρια. Η μια παραγγελιά διαδεχόταν την άλλη και ήταν τόσο ευχαριστημένος που ζήτησε ένα ακόμη μπουκάλι σαμπάνιας για να κεράσει, αυτή τη φορά, την ορχήστρα.

«Και άλλο κρασί» είπε στο γκαρσόνι που είχε αρχίσει να κουράζεται από την πολύωρη ορθοστασία και τα πήγαινε έλα. Ήταν λίγο πριν τα ξημερώματα και το νυχτερινό κέντρο είχε σχεδόν αδειάσει. Η ορχήστρα κουράστηκε να παίζει το ίδιο και η όμορφη τραγουδίστρια. Οι υπάλληλοι του μαγαζιού άρχισαν να μαζεύουν τα τραπέζια αλλά ο νεαρός πελάτης δεν έλεγε να φύγει. Όταν αποχώρησε και ο τελευταίος θαμώνας του μαγαζιού, το γκαρσόνι πήγε το λογαριασμό στον άνδρα του πρώτου τραπεζιού δείχνοντας με… κομψό τρόπο πως ήταν ώρα να πάει στο σπίτι του. Με μια βαθιά υπόκλιση το γκαρσόνι του έδωσε την απόδειξη η οποία τον καλούσε να πληρώσει 1.808 δρχ.  Δεν ήταν και πολλά για τον… σαματά που είχε κάνει ο πελάτης, ολόκληρη τη νύχτα, στο μαγαζί. Ωστόσο, ψύχραιμος και χαμογελαστός ο νεαρός πελάτης δήλωσε αδυναμία να ξοφλήσει το λογαριασμό καθώς, όπως αποκάλυψε στο έκπληκτο γκαρσόνι, στην τσέπη του είχε μόλις 70 δρχ.

ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ

Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ειδοποιήθηκε και με τη σειρά του κάλεσε την αστυνομία η οποία συνέλαβε τον άφραγκο πελάτη. Ο 33χρονος Ε.Φ., οικοδόμος στο επάγγελμα, οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Ο δικαστής του ζήτησε εξηγήσεις και ο Ε.Φ. προσπάθησε να δικαιολογήσει την σπάταλη βραδιά του, ισχυριζόμενος πως ήταν μεθυσμένος και δεν κατάλαβε πότε ξεπέρασε το όριο που είχε θέσει στον εαυτό του.

«Είχα πάει, νωρίτερα, με την οικογένεια μου στη γιορτή του κρασιού και εκεί κατανάλωσα μεγάλη ποσότητα αλκοόλ» είπε στο δικαστήριο και συνέχισε «Είχα μεγάλα κέφια και αποφάσισα να συνεχίσω τη βόλτα μου, χωρίς τη γυναίκα και τα παιδιά μου… Είχα όρεξη για διασκέδαση και έτσι έφτασα στο νυχτερινό κέντρο. Το κακό, βέβαια, ήταν πως δεν είχα χρήματα… αλλά μόνο αυτοί που τα έχουν θα διασκεδάζουν;» αναρωτήθηκε προκαλώντας γέλια στο ακροατήριο.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον έκρινε ένοχο και τον καταδίκασε σε φυλάκιση ενός μήνα εξαγοράσιμη προς 200 μεταλλικές την ημέρα, δηλαδή περίπου 4.500 δρχ. «Αν δεν έχεις χρήματα να πληρώσεις να μείνεις μέσα για να σου γίνει μάθημα» είπε ο πρόεδρος απευθυνόμενος στον νεαρό κατηγορούμενο, ο οποίος έπιασε το κεφάλι του όταν έκανε το λογαριασμό. Και αυτό γιατί, ο λογαριασμός για μια βραδιά που το έριξε έξω, σαν άλλος Ωνάσης, ήταν μάλλον φουσκωμένος για την τσέπη του αφού εκτός από τις 4.500 δρχ. έπρεπε να πληρώσει και τις 1.800 που χρωστούσε στο νυχτερινό κέντρο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.